going to the movies

•Νοεμβρίου 9, 2009 • 2 σχόλια

Καθώς είμαστε σε τεράστια αναμονή για την προβολή του “The Limits Of Control” (οι πρώτες κριτικές για το οποίο δεν είναι και πολύ αποθεωτικές αλλά δεν πτοούμαι), με τεράστια χαρά είδα ότι το Invisible Jukebox αυτού του μήνα στο Wire είχε για καλεσμένο τον Jarmusch. Ακόμα και να μην έχεις διαβάσει συνεντεύξεις του, μόνο από τη χρήση της μουσικής στις ταινίες του καταλαβαίνεις ότι αυτός ο τύπος μάλλον αγαπάει την μουσική σε πολύ μεγάλο βαθμό. Που να ξεκινήσεις και που να σταματήσεις; Ας μην επαναλαμβανόμαστε όμως. Αυτό που με έκανε να τον συμπαθήσω ακόμα περισσότερο είναι η δήλωση του σε κάποια στιγμή της συνέντευξης ότι προτιμάει σαφώς τα song oriented soundtracks, αφού τα film scores έχουν κουραστεί και πέσει σε ένα τέλμα ατελείωτης επανάληψης πολύ καιρό τώρα. Δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο. Σε έναν ωκεανό από αδιάφορα επαναλαμβανόμενα ψευτο-ορχηστρικά scores, που άλλοτε έχουν ψευτο-βαγκνεριανές φιλοδοξίες, άλλοτε προσπαθούν αδίκως να προκαλέσουν συναισθηματική φόρτιση καταφεύγοντας σε μελοδραματικές ημι-ρομαντικές μελωδίες, αναρωτιέμαι γιατί δεν βρίσκονται περισσότεροι σκηνοθέτες που να έχουν τα αρχίδια να βρουν την κατάλληλη μουσική για να συνοδέψει τις εικόνες τους. Και να πεις οτι δεν υπάρχουν τόσα παραδείγματα για το πόσο πετυχημένη μπορεί να είναι αυτή η τακτική; Από το βαλσάκι στο τέλος του “Aberdeen”, το 80s rock στο “Grosse Point Blank”, ακόμα και τις επιλογές του Tarantino (τα soundtrack των “Kill Bill” μπορεί να έγιναν υπερβολικά της μοδός αλλά παραμένουν εκπληκτικές συλλογές – μην ξεχνάμε ότι έστω και στα πεταχτά δεν θα έβαζαν πολλοί Neu! στο soundtrack των ταινιών τους). Και από την άλλη έχεις τον Williams και τους ακολούθους του να έχουν ξεχάσει την έμπνευσή τους μια 20ετία πίσω. Όχι ότι δεν ισχύουν και τα αντίθετα και στις δυο περιπτώσεις, αλλά νομίζω ότι το ενδιαφέρον στα soundtracks που περιέχουν τραγούδια και όχι scores παραμένουν πιο περιπετειώδεις και συναρπαστικές.

Το soundtrack του “The Limits Of Control” γνέφει φιλικότατα προς αυτό που σατιρικώς έχουμε ονομάσει νέο-ψαγμένο-χώρο και το απολαμβάνουμε, παρά το γεγονός ότι φοβόμαστε τις αντιδράσεις “πωπω μαλάκα αυτός έβαλε Σαννό))) στο soundtrack, γοάο”. Εξάλλου αυτά γουστάρει ο άνθρωπος, καλά κάνει και τα βάζει. Αυτά για τον όμορφο χώρο του κινηματογράφου. Στον επίλογο θα κλέψω και θα βάλω ένα από τα πιο ωραία μουσικά κομμάτια που έχουν γραφτεί για μια από τις πιο όμορφες μικρού μήκους ταινίες που έχουν γυριστεί ποτέ. Αν απολαμβάνετε έστω και λίγο τον κινηματογράφο οφείλετε να δείτε τα δυο “Ten Minutes Older” (“The Cello” & “The Trumpet”), στις οποίες έχει ένα κομμάτι και ο Jarmusch. Προς το παρόν απολαύστε τον James Bond σας, όταν κάνει κινηματογράφο.

ΠιΕς: Όποιος βρει το κομμάτι της Jocelyn Pook που περιλαμβάνεται στο film κερδίζει παραγγελιά στο live των Faust.

home alone

•Νοεμβρίου 8, 2009 • Γράψτε ένα σχόλιο

Δεν έχω συνηθίσει ακόμα αυτή την αίσθηση του να γυρίζεις σε ένα άδειο και ήρεμο σπίτι το βράδυ της Κυριακής (ή οποιοδήποτε άλλο βράδυ εδώ που τα λέμε). Είναι από τα μπόλικα πράγματα που ακόμα δεν έχω συνηθίσει στην νέα χωροταξική κατάσταση. Δεν παραπονιέμαι όμως. Μπορεί μερικές φορές να είναι κάπως μοναχικά, αλλά νομίζω ότι όλα τα μέλη τούτου εδώ του blog απολαμβάνουν αυτή τη μοναχικότητα αρκετά συχνά. Και πάνω που φτάνει Παρασκευή μεσημέρι και λες ότι πέρασε και τούτη η βδομάδα, συνειδητοποιείς ότι έφτασε Κυριακή βράδυ, αφού το Σαββατοκύριακο ήταν γεμάτο εργασίες, άλλες ευχάριστες, άλλες κουραστικές, αλλά τελικά δεν καταλαβαίνεις πότε πέρασαν αυτές οι 48 ώρες. Oh well, από αύριο στα σκατά πάλι για πέντε ημέρες και πάμε πάλι από την αρχή.

Πολλή ωραία μουσική βλέπω να βγαίνει τον τελευταίο καιρό και έχω αρχίσει να μην προλαβαίνω να την ακολουθήσω. Δεν προλαβαίνω πλέον και στη δουλειά να ακούσω τόση μουσική, οπότε ελπίζουμε στο επόμενο σαββατοκύριακο να προφτάσουμε τις εξελίξεις. Προβλέπω ότι θα γίνει υπερ-καταστροφική μάχη όταν βγάζουμε τις λίστες στο τέλος της χρονιάς. Απολαυστικό χάος μεν, αλλά είμαστε από εκείνους τους ανθρώπους που θα πονοκεφαλιάσουμε πραγματικα προσπαθώντας να καταλήξουμε. Θα δούμε τότε βέβαια τι θα κάνουμε.

Σε άλλα ευχάριστα νέα, όσοι κάνουν τον κόπο να επισκεφτούν το blog θα δούνε και την αφίσα της συναυλίας των Faust, όπου και μέλη του Sonic Death Monkey θα προσπαθήσουν να δώσουν μια ανεκτή συνοδεία για τις μπύρες σας όσο δεν θα παίζουν οι Faust και οι Nechayevschina. Φυσικά δεν εγγυούμαστε περί της ανεκτότητας της μουσικής, αλλά υποθέτω ότι όσοι παίξουν θα βάλουν τα δυνατά τους. Μάλλον θα σας τα πει και καλύτερα ο φίλτατος Μανώλης που τα ξέρει και με περισσότερες λεπτομέρειες.

Για το τέλος έχουμε μια εξαιρετική πρόταση για τα κυριακάτια blues σας.

warmed by the drift

•Νοεμβρίου 6, 2009 • 1 σχόλιο

Ήρθε ας πούμε το 2009, και όπου να ‘ναι τελειώνει, και σκέφτομαι όλα τα πράγματα που συνέβηκαν φέτο και είναι στα σίγουρα μια περίεργη χρονιά, και σκέφτομαι λίγο και τη μουσική και είναι περίεργη και αυτή.  Δεν πάω για δάφνες δημιουργικότητος, αλλά σκέφτομαι λίγο (λιγότερο από άλλες χρονιές, αλήθεια!) την φετινή κατάταξη τους στη δημοσίευση της τελευταίας ημέρας του Δεκέμβρη. Και είναι πολλά, είστε πολλά ρε γαμημένα που σας άκουσα πολύ φέτος και τελοσπάντων αυτές είναι απλές φευγαλέες σκέψεις για να δημιουργήσω μια αφορμή ώστε να πω μερικά πράγματα για το “Wireless – Live at The Arnolfini, Bristol” νέας εμφάνισης του Geir Jenssen (ως Biosphere) στα μουσικά δρώμενα από το αριστούργημα “Dropsonde” του 2005.  Όπως και εκείνο, έτσι και αυτό (λογοτεχνική ασάφεια) είναι η μαγεία, ο ορισμός της, τα αποτελέσματά της. Είναι η ambient, μπροστά σου. Αυτή που λειτουργεί ως μέσο για να δείξεις τι έχεις στην ψυχή σου. Αυτή από το μακρινό Tromsø της Νορβηγίας. Αυτή που την περικύκλωσαν samples και προτζέκτορες στο Bristol το 2007, και μας χαρίστηκε φέτος για compact disk sneak peak.

Αυτή που θα έχουμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε στην βραδιά της βρετανικής Touch Records σήμερα το βράδυ στο Bios, στη συναυλία των Biosphere και Philip Jeck.

Και ένα τέτοιο γεγονός θα χωρούσε ακόμα και σε ένα διπλάσιας συναυλιακής συγκέντρωσης Νοέμβριο του 2009.

Και την άλλη κυριακή, τρώμε το ψητό αρνί.

silent city

•Νοεμβρίου 5, 2009 • Γράψτε ένα σχόλιο

Σε περίπτωση που ανησυχήσατε με την σχετικά μεγάλη περίοδο χωρίς αναφορά στον Bonnie “Prince” Billy, ήρθε η ώρα να ηρεμήσετε. Αφού μοιάζει ότι ο κύριος Oldham είναι από τα πλέον χοτ ονόματα στον εν γένει alternative χώρο ή εναλλακτικά ότι έχει απίστευτη όρεξη για δουλειά είναι αναμενόμενο ότι θα χάνουμε και μερικές δουλειές του. Στην προκειμένη περίπτωση, εγώ προσωπικά δεν είχα πάρει χαμπάρι το “Silent City” που χε κάνει με τον Brian Harnetty (ή για να είμαστε πιο ακριβείς που ο Brian Harnetty είχε κάνει μαζί του) και το οποίο κυκλοφόρησε τον Αύγουστο στην Αμερική και τέλη Σεπτεμβρίου Ευρώπη.

Έχοντας απολαύσει τις υπόλοιπες φετινές δουλειές του Bonnie “Prince” Billy, πρέπει να πω ότι το “Silent City” είναι μάλλον η καλύτερη εξ αυτών. Ίσως γιατί εδώ κυριαρχεί κάπως η προσωπικότητα του Harnetty και εμπλουτίζει την ατμόσφαιρα του Oldham. Η μουσική είναι αρκετά μακριά από ό,τι συνηθίζει να βγάζει, έχει πολλά field recordings, αποτελείται περισσότερο από μουσικές ενότητες και λιγότερο από τραγούδια, ενώ έχει και σαφείς ηλεκτρονικές τάσεις. Δεν ξέρω αν θα έφτανα μέχρι να την χαρακτηρίσω και ambient σε σημεία αλλά σίγουρα διατηρεί μεγάλη συγγένεια με το γενικότερο είδος της folktronica. Αν και πολύ μακριά μουσικά, στο “Silent City” φαίνεται να επανέρχεται μια παρόμοια με αυτή του “Superwolf” μαγεία. Γενικά ο Oldham φαίνεται ότι αρέσκεται ιδιαίτερα στις συνεργασίες, είτε έχει τον πρώτο ρόλο σε αυτές, είτε όχι. Μην περιμένετε πολύ φωνή βέβαια, το μεγαλύτερο κομμάτι του album είναι instrumental, αλλά εκεί που ανοίγει το στοματάκι του, τον ερωτευόμαστε ξανά. Όταν δε τραγουδάει ο Bonnie “Prince” Billy, το αποτελέσμα φέρνει στο μυαλό στιγμές όπως η τελειότητα του “Vespertine” και γι’ αυτό και μόνο καλά θα κάνει να το ακούσει κάποιος.

Σε άλλα νέα επανακυκλοφόρησε το “Memoryhouse” του Richter, βγήκε και το καινούριο Velvet Cacoon που έλεγε ο Εμμανουήλ, μουσική υπάρχει πολύ και χρόνος λίγος και συνεχίζουμε.

have you got any soul?

•Νοεμβρίου 2, 2009 • 2 σχόλια

Αθήνα, κατά τις 5 το απόγευμα μιας μέρας που δυσκολεύεται να αποφασίσει ανάμεσα στη συννεφιά και στη λιακάδα, με τα πρώτα κρύα να μας θυμίζουν ότι φτάσαμε Νοέμβριο πια και ότι φέτος προβλέπεται να καταλάβουμε χειμώνα επιτέλους. Μια απίστευτα σκατά μέρα στη δουλειά, που αναπόφευκτα οδηγεί στις αναμενόμενες σκέψεις περί καριέρας, αναζήτησης εργασίας, “που πάμε, τι σκατά κάνουμε” και άλλα τέτοια όμορφα. Κάτι τέτοιες στιγμές συνειδητοποιούμε ότι πλησιάζουμε να γίνουμε προβλέψιμοι παρά κάτι 30αρηδες και τρομάζουμε λίγο είναι η αλήθεια. Συνοδεία στο τρόλευ το “Metamorphosis” των Pleq που συνόδευε μια χαρά και τη διάθεση είναι αλήθεια. Από εκείνα τα ομορφότατα και μελωδικότατα glitch albums που μοιάζουν φτιαγμένα για Νοεμβριάτικες μέρες που δυσκολεύονται να αποφασίσουν ανάμεσα στη συννεφιά και τη λιακάδα. Κάπου είχα διαβάσει (δε θυμάμαι που ακριβώς) για την γοητεία της χρησιμοποίησης του “λάθους” στη μουσική. Νομίζω ότι ένας από τους λόγους που μ’ αρέσει τόσο πολύ η glitch πλευρά της electronica είναι γιατί έχει καταφέρει περίσσότερο από οποιοδήποτε άλλο μουσικό είδος να χρησιμοποιήσει τους μικρο-θορύβους και τις “παραμορφώσεις” του ήχου για να τονίσει την ομορφιά του συνόλου. Παρεκτρέπομαι όμως από αυτό που είχα ξεκινήσει να λέω.

Έχω κατέβει Πανόρμου λοιπόν για να περάσω από το Μετρό για να ανανεώσω την κάρτα των ΜΜΜ μου (για να είμαστε και μέσα στην πράσινη συνείδηση που προτάσσει η εποχή) και μου μπαίνει ιδέα να πάρω κανένα περιοδικό μια που η τσάντα έτυχε να είναι άδεια από τα συνήθη περιεχόμενά της (βιβλία, περιοδικά, μαλλί της γριάς κλπ). Ένα γρήγορο χάζεμα στο περίπτερο με έκανε να απορρίψω αμέσως την επιλογή να δώσω 7-8ε μουσικές εκδόσεις που είτε αναμασούν ένα ψευτο-indie προφιλ, το οποίο θα έκανε και το υπερβαρετό NME να κοκκινήσει από ντροπή, είτε προσπαθώντας να εκμεταλλευτούν ένα πάλαι ποτέ σεβαστό όνομα στο χώρο ώστε να πασάρουν μια εντελώς αδιάφορη οπτική πάνω στην σύγχρονη μουσική. Κάπου εκεί πήρε το μάτι μου το “Soul”. Δεν ξέρω πως ακριβώς να το χαρακτηρίσω, μουσικό περιοδικό σίγουρα δεν είναι, μάλλον περισσότερο σε περιοδικό του indie lifestyle φέρνει, αλλά η πρώτη και μοναδική μου επαφή μαζί του στο σπίτι της δεσποσύνης του blog μας με είχε αφήσει με αρκετά ανάμικτες εντυπώσεις ώστε να θέλω να το ξαναδοκιμάσω. Παραβλέπουμε λοιπόν τον τυπάκο από το “Twilight” (και ουχι από τους Twilight) που μοστράρει την ημι-emo φάτσα του στο εξώφυλλο, βλέπουμε ότι κοστίζει μόλις 3 ευρά και σκεφτόμαστε “ας πάει και το παλιάμπελο”. Ένας από τους κύριους λόγους που με έκαναν να το πάρω είναι και το ιδιαιτέρως γοητευτικό design του.

Χαζεύοντας τα περιεχόμενά του στο Μετρό, παρατηρώ ότι ο όρος του εναλλακτικού lifestyle περιοδικού δεν είναι και πολύ μακριά από την αλήθεια, καθώς έχουμε αρθράκια για μόδες, κουλ μέρη, γνωστούς-άγνωστους ημι-καλλιτέχνες, περασμένα όλα σαφώς μέσα από το φακό του “indie is the nu cool” βλέμματος. Από την άλλη πλευρά δεν μπορώ να πω με το χέρι στην καρδιά ότι αντιπαθώ τα indie kids. Είναι σαφώς λιγότερο ενοχλητικά από άλλες πληθυσμιακές ομάδες και το χειρότερο που μπορείς να πεις γι’ αυτά είναι μάλλον το ότι είναι κάπως βαρετά. Το περιοδικό έχει και ωραία αρθράκια/συνεντεύξεις, αρκετά για να σου κρατάνε το ενδιαφέρον του χαζέματος, αλλά για κάποιο μαγικό λόγο που δεν μπορώ να κατανοήσω είναι όλα συντομότατα. Ρε παιδιά, αφού αποφασίζετε να γράψετε για κάτι, γράφτε πέντε πράγματα παραπάνω, εκτός και αν έχετε υπολογίσει ότι το attention span του μέσου αναγνώστη σας είναι ανάλογο με εκείνο ενός αφηρημένου χρυσόψαρου. Δυστυχώς απουσιάζει σε μεγάλο βαθμό του χιούμορ ή τουλάχιστον το αστείο χιουμορ, αλλά τουλάχιστον έχουν μερικά όντως πετυχημένα ένθετα (ανάμεσα στις πάμπολλες διαφημίσεις, οι οποίες όμως αμα κρατάνε τόσο χαμηλή την τιμή του περιοδικού έχουν την ευχή μου). Έχει και συνέντευξη ανερχόμενου indie ηθοποιού (που προσωπικά δε γνωρίζω) και ο οποίος μιλάει αποκλειστικά με κλισέ (σαν τον τύπο που περιέγραφαν σε ένα επεισόδιο του “How I met your mother”) και βγάζει λίγο γέλιο είναι η αλήθεια. Οφείλω να πω ότι στο συγκεκριμένο τεύχος τουλάχιστον, όταν ασχολείται με τη φωτογραφία, έχει ωραία θέματα (ίσως γιατί δεν χρειάζονται τόσες λέξεις). Ευτυχώς κρατάει τα καλύτερα για το τέλος με δυο κολλητά άρθρα για Βερολίνο και Ισλανδία (με το πρώτο να συνοδεύεται και από ένα ομορφότατο φωτο-σεσσιον), τα οποία είναι γοητευτικά αλλά και πάλι, γράφτε κάτι παραπάνω ρε παιδιά. Όταν γράφετε για κάτι που σας αρέσει πως τα καταφέρνετε να σταματάτε στις τρεις στήλες;

Δυστυχώς βρίσκουμε τη στήλη της μουσικής παραπεταμένη σε μια σελίδα κάπου πριν τα ζώδια και τρομάζουμε παρατηρώντας ότι το πιο original είναι η αναφορά στο όνομα των Broadcast που άκουγε συνέχεια τώρα τελευταία ο αρθρογράφος. Κατά τ’ άλλα Air, Raveonettes, Vitalic και άλλες προοδευτικές δυνάμεις του τόπου μας. Μέχρι τότε έχει τελειώσει και το album των Pleq (να το ακούσετε απαραιτήτως), εγώ έχω πάει για ψώνια ώστε να προμηθευτώ τροφή για το στομαχί (από την άλλη για το μυαλό έχουμε μπόλικη), έχω γυρίσει σπίτι και κάθομαι στο γραφείο χαζεύοντας το υπόλοιπο Soul και ακούγοντας τα συμπαθητικώς ημιαδιάφορα albums των Arms & Sleepers και Molina & Johnson. Φτάνοντας όμως στο άρθρο για την Ισλανδία, μαγικά μπαίνει και το φετινό ep των Smoke Fairies (“Frozen Heart”), τα folk blues του οποίου μοιάζουν άκρως ταξιδευτικά. Κρατάω μια επιφύλαξη για να διαβάσω πιο προσεκτικά και το αρθράκι για το φεστιβάλ κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης που μπορεί να είναι όντως ωραίο. Ώρα να ετοιμάσουμε το βραδινό μας, οπότε για σήμερα τελειώνει κάπου εδώ η περιπλάνηση στη χαρούμενα κουλ χώρα των indie φίλων μας. Εναλλακτικά αρκετά γκρινιάξαμε για σήμερα, οπότε είναι ώρα να σκάσουμε και να απολαύσουμε την ησυχία μας και την μουσική μας. Και μια μπύρα που πήρε το μάτι μας στο ψυγείο.

Hooked up to my motor..

•Οκτωβρίου 30, 2009 • Γράψτε ένα σχόλιο

Το Sonicdeathmonkey παρουσιάζει.

Ο Δίσκος που Θα μας Βγάλει Φέτος Σώους και Αβλαβείς.

I can take the trouble
Cause I’m
60 feet tall

sirens

•Οκτωβρίου 28, 2009 • Γράψτε ένα σχόλιο

γράφει ο Adrian Tomine:

My dad was in Japan for the first time, visiting distant relatives and seeing the sights. He was driving through a rural area outside Fukuoka, looking for his great-aunt’s house when the rental car blew a flat.
He pulled over to the side of the unlit road and parked against a low metal railing. He got out of the car and, unable to see in the darkness, kicked at each tire to find which one had burst. Walking around to the passenger side he bumped his shin on the railing and, without thought, lifted his foot and stepped over.
He expected there there to be dirt or pavement on the other side. Instead there was emptiness – a long drop descending into a dry concrete reservoir. Flailing his arms wildly, he tried to shift his weight back to other foot but was unable.
He fell backwards to the darkness, filled with disbelief.

listening to sirens

the samuel jackson five … so many cowboys, so few indians
aphrodite’s child … the four horsemen
bokomolech … crazy water
eels … the other shoe
matt bauer … triangle mountain
iron & wine … woman king
the pink mountaintops … plastic man, you’re the devil
speck mountain … backsliding
acid bath … bones of baby dolls
holopaw … hoover
piano magic … you never loved this city
the black heart procession … a light so dim
matt elliott … bomb the stock exchange
ray lamontagne … empty
tim hardin … don’t make promises
j tillman … crosswinds
current 93 … all the pretty little horses

(  (  (  ~ sirens ~  )  )  )

(αν πεταχτείς και ρωτήσεις γιατί δεν την πόσταρα ψες, να σου καεί το βίντεο)

The music that was to be

•Οκτωβρίου 26, 2009 • 3 σχόλια

Βαριέμαι πολύ να πάω για δουλειά απόψε. Το ίδιο πλήθος, οι ίδιοι κλασσικοί θαμώνες, ο Τζέημς, συνταξιούχος καθηγητής, λάτρης κάθε καινούριας σοδειάς Μποζολέ, δεν χάνει ποτέ μάζωξη για τον εορτασμό των πρώτων μπουκαλιών, ο συνεσταλμένος φίλος του που πάντα με φλερτάρει με την συνοδεία των κόκκινων μάγουλών του και την ευγένεια του μεσήλικα που έχασε το τρένο της γοητείας. Τα παιδιά είναι εντάξει τουλάχιστον και μπορείς να καπνίσεις σε όλο το μαγαζί. Κάνει τόσο κρύο έξω που το πρώτο που θέλω είναι να χωθώ κάτω από την κουβέρτα στο σαλόνι και να δω ταινία.
Βγαίνω από την πόρτα του σπιτιού, μερικά μέτρα παραπέρα ακούω κάποιον να φτύνει λόγια προς το μέρος μου, κλασσικές εργατικές εστίες. Καβαλάω το ποδήλατο, με χτυπάει ο χειμωνιάτικος θαλασσινός αέρας στο πρόσωπο. Φτάνω στο μαγαζί. Έχει ήδη νυχτώσει, είναι 18.30. Καθησυχαστική ησυχία. Ο ήχος των πιάτων και των ταψιών με καλωσορίζει καθώς κλειδώνω το ποδήλατο. Πλατιά χαμόγελα από τα παιδιά στην κουζίνα, «Heeeyy, the Greek’s here, how’s it going», ο sous chef, οικογενειάρχης και grunge fan με το τρομερά ζεστό χαμόγελο. Η νέα νύφη του έχασε πρόσφατα το μωρό στους 4 μήνες, ο ίδιος σταμάτησε τη δουλειά λίγο πριν, για να περάσουν χρόνο μαζί αλλά επέστρεψε στη θέση του παρά τα σχέδια που είχε να μην και συνεχίσαμε την συζήτηση για Soundgarden από εκεί που την αφήσαμε. «Another day, another dollar», λέω. «That’s what I’m talking about», λέει.
Η φωνή της Diana Krall με έχει ήδη ζεστάνει καθώς περνάω τις διπλές πόρτες και μπαίνω στον κυρίως χώρο του μαγαζιού. Stop this world, let me off.
Τους είδαμε όλους και απόψε. Τα γοητευτικά ζευγάρια, τους άνετους μεστωμένους και μεστωμένες. Τους νεότερους με την αλλόκοσμη ποιότητα. Τους καπελωμένους με πολύ κουλ καπέλα, τον αγαπημένο μου σαξοφωνίστα. Κάθε φορά που είναι η σειρά του να παίζει, μου κάνει τη χάρη και μου δίνει ένα Mose Allison κομμάτι. «Sure sweetheart, which one?», με ρωτάει. Όποιο να’ναι, του λέω, ξέρω πως πιέζεσαι από χρόνο. Σταματάω να σερβίρω (εδώ μόνο πίνουμε και ακούμε και τσιμπάμε και κάτι στο ενδιαμέσο) και με το δίσκο στα χέρια και την πλάτη κολλημένη στον τοίχο, καθηλωμένη όχι γιατί είναι ο μοναδικός που παίζει τόσο καλά Allison, έτσι κι αλλιώς δεν μου κάνει εντύπωση, είναι ο μουσικός του μουσικού. Αλλά γιατί ακούω εκείνη την μελωδία του Everybody’s cryin’ mercy και σκέφτομαι τα λόγια μέσα στο κεφάλι μου. Τέλειο τραγούδι για αυτό το πλήθος.
Τί έχει αυτό το πλήθος; Ποιά είναι η μουσική του; Τί ιστορία ήρθε να μου πει και απόψε; Αυτό το όλο σκούρο καφέ, γερασμένο ξύλο στα πατώματα, στην μπάρα, στις καρέκλες, στα τραπέζια που δονείται με κάθε νότα του πιάνου, με κάθε ρυθμικό χτύπο παπουτσιού, με κάθε σταγόνα ιδρώτα ποτισμένη με καπνό νυχτερινού τσιγάρου, τί ρόλο παίζει απόψε;
Έχω περάσει πολλά χρόνια ακούγοντας τζαζ. Ξέρω, ακούγεται αστείο έτσι όπως το λέω. Τζαζ και πούρα, τζαζ και κόκκινο κρασί (αν και δεν χρειάζεται να σας θυμίσω εκπρόσωπος ΠΟΙΑΣ μουσικής σκηνής βγήκε στην τηλεόραση σαν τον Φρανκ Σινάτρα με ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και παρίστανε τον Εξαποδώ αλά δερμάτινο, ιταλικό σκαρπίνι και σουίνγκ διάθεση). Είμαι αβοήθητη σε ό,τι αφορά αυτό το είδος μουσικής. Λέω είμαι αβοήθητη γιατί νιώθω ερωτοχτυπημένη από τότε που άκουσα πρώτη φορά και από τότε που έπαιξα πρώτη φορά. Δυσκολεύομαι να γράψω για αυτήν, την έχω συνδέσει με τα μεγάλα μυστήρια της ζωής μου, τα άλυτα και αυτά που μου δημιουργούν κόμπους στο λαιμό. Την έχω συνδέσει με τα άλυτα μυστήρια των άλλων, με τα άλυτα προβλήματα, με τα άλυτα χρόνια, με την άλυτη μαθηματική εξίσωση της χαζομάρας, της αποπνικτικής ομορφιάς, της άλυτης μοναξιάς. Της άλυτης μοναξιάς. Έχω συνδέσει την τζαζ με την βαθιά μοναξιά.
Stop this world. Let me off.
The Rolling Stones, The Yardbirds, The Clash, Van Morrison, Elvis Costello, Pixies, Blue Cheer είναι μερικά από τα ονόματα που έχουν διασκευάσει Allison, έχουν αφιερώσει στον Allison, έχουν γράψει τραγούδια για τον Allison. Εγώ τον έμαθα σχετικά αργά από ένα ντοκυμαντέρ. Μαγεύτηκα από τον τρόπο που οι άλλοι μουσικοί μιλούσαν για αυτόν και τον πλησίασα με επιφυλακτικότητα. Διαθέτει απλότητα, μελωδικότητα, ατελείωτο ταλέντο και λέω ατελείωτο γιατί μια από τις κρυφές μου ευχές ήταν πάντα πως όταν ένας τρομερά ταλαντούχος μουσικός παλιότερης γενιάς πεθάνει, το ταλέντο του δεν σαπίζει μαζί με το υπόλοιπο σώμα του ή δεν καίγεται σε κάποια πυρά αλλά ανασηκώνεται με την άφιξη του θανάτου και απορροφάται από κάποιον νέο μουσικό που βρίσκεται στη διαδικασία να γράψει τον μεγαλύτερο δίσκο της ζωής του. Ένα νέφος ταλέντου που δαιμονίζει τον εκκολαπτόμενο μουσικό είτε αυτός είναι ήδη στο στούντιο, είτε μέσα στις πάνες του και σε 20 χρόνια θα αλλάξει τον κόσμο με την μουσική του. Κάπως έτσι το σκέφτομαι το όλο παραμύθι και επιμένω στην θεωρία μου.
Η Prestige είναι η εταιρεία που έκοψε τον πρώτο τζαζ δίσκο του Coltrane, με τον καλλιτέχνη σε ρόλο δεύτερο, αυτόν δηλαδή του σαξοφωνίστα των πίσω θέσεων. Η Prestige είναι και η εταιρεία με την οποία ηχογράφησε τον πρώτο του δίσκο ο Allison. Άκου, μην περιμένεις καλλιτεχνικές κωλοτούμπες. Όταν άκουσα πρώτη φορά Allison, σοκαρίστηκα με την απλότητά του και την μαεστρία του στο πιάνο. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο εκτός από αυτόν και το ταλέντο του. Τίποτα άλλο. Το φαντάζεσαι; Να μην ακούς παραγωγές, να μην ακούς μουσικές καρικατούρες, να μην μπορείς να δείξεις, να ονομάσεις, να πεις αυτό είναι πάρα πολύ και αυτό πολύ λίγο. Θέλει χρόνο ε. Θέλει χρόνο να ξεγυμνωθούμε από τις απαιτήσεις μας που εμείς απλά ονομάζουμε απαιτήσεις για καλή μουσική. Και ενώ καμιά φορά σκέφτομαι πως ίσως η μουσική είναι μέσα σε κάποιους καλλιτέχνες ένας κοκκαλιάρης έφηβος που καταλήγει με τον δίσκο να γίνεται ένας τέλεια καλογυμνασμένος, φουσκωμένος αθλητής που θα φέρει το σκορ, θα φέρει το αποτέλεσμα στους αγώνες, με τον Allison πάντα ένιωθα τα πράγματα πιο…απλά.
Τα ποτήρια μαζεύονται, τα μαχαιροπίρουνα γυαλίζονται και η βάρδια έχει τελειώσει. Πότε θα φέρεις το κοντραμπάσο σου να παίξουμε ένα session, με ρωτάει ο καπελωμένος σαξοφωνίστας. Χαχα, άκου, εσύ παίζεις session, ο Davis παίζει session, ο Thelonious Monk παίζει session εγώ είμαι μακριά ακόμα από το session και το κοντραμπάσο μου ακόμα πιο μακριά από αυτό το μέρος. Κακώς, να το φέρεις. Ε, δεν είναι τόσο απλό. Όλα τα πράγματα είναι απλά. Η φωνή της Krall ξεκινάει το Temptation του Waits.
Είμαι μια ερωτοχτυπημένη. Big band φωνές, μαεστρία στο όργανο, τσιγάρο, πόδια που σέρνονται, μάτια από κάτω να παρακολουθούν την μουσική που ρίχνει τον προβολέα σε κάθε ένα άτομο ξεχωριστά εκεί κάτω. Αν έπρεπε και μπορούσα να περιγράψω την τζαζ θα έλεγα πως κάνει αυτό ακριβώς. Ρίχνει το φως σε κάθε έναν από εμάς ξεχωριστά. Δεν το κάνει για καλό βέβαια. Ωραίο είναι το φως, νομίζεις πως έχεις την αποκλειστικότητά του, σε κάνει ξεχωριστό, μοναδικό, έχεις επικοινωνία μόνο εσύ και αυτό που συμβαίνει πάνω στη σκηνή, είσαι εκεί αλλά το κίνητρο είναι μοναδικότητα ίσον μοναξιά. Εσύ λούζεσαι στις μοναδικότητες και αυτό γελάει! Ε, σκατά. Κι άλλο άλυτο.
Παιδιά δεν έχω ιδέα τι σημαίνει τζαζ. Ας κάνουμε ένα τσιγάρο όλοι μαζί όμως.
Stop this world. Let me off.

and then some.

•Οκτωβρίου 25, 2009 • 4 σχόλια

Κοιτάζω γύρω μου και βλέπω κορδέλες.

Είναι μέρες περίεργες με κενά από τις προηγούμενες βραδιές και το θέμα είναι πως τα κενά, τα όποια κενά, όταν με το καλό στα συμπληρώνουν οι άλλοι είναι τελικά χαζά και ανούσια και μηδέν και τέλος πάντων ήταν πιο ωραία ως κενά, ωραίοι ως έλληνες μας έλεγαν παλιά, να γυρίσω στα κενά, τα κενά είναι καλά γιατί τα κάνεις ό,τι θες, δε θυμάσαι κύριος τι έλεγες σε εκείνο το τραπέζι ακριβώς; τι σου έλεγαν; ποιο μορφασμό έκανες, τι γινόταν τέλος πάντων; τα σιάχνεις στο μυαλουδάκι σου έτσι ώστε να μοιάζουν γαμάτα, συζητούσες για τις Μεγάλες Αλήθειες και Σοβαρά Ζητήματα, έλεγες τρομερές ατάκες, είχαν εντυπωσιαστεί όλοι, ήσουν καταπληκτικός, μια οπτασία, ήσουν εσύ συν κάμποσα άλλα που έχεις ή δεν έχεις και θα ήθελες να έχεις, “εκείνος, ο οποίος” της. Και την άλλη μέρα, την περίεργη μέρα που λέγαμε, σου λένε ότι το θέμα ήταν τα κενά στα χαφ του Ολυμπιακού και το καλύτερο βρώμικο της πόλης. Ε, δεν αντέχεται, πως να το κάνουμε τώρα, μην το συζητάς, που δεν το συζητάς δηλαδή, λέμε τώρα, εγώ λέω, κουβέντα να γίνεται, ποια κουβέντα, άντε πάλι τα ίδια. Μπέρδεμα.

Ούτε τα κενά στα χαφ αντέχονται βέβαια.

Κοιτάζω γύρω μου και βλέπω τήλε κοντρόλ.

Είχα ένα θείο, θεό, τρομερό τύπο, παρίστανε τον προπονητή βόλλευ για μια περίοδο, το φωτογράφο μιαν άλλη, έχω καιρό να τονεδώ τώρα. Είχε αυτός συνέχεια ιστορίες να λέει, εντάξει, δεν ήταν όλες ενδιαφέρουσες αλλά ήταν όλες ιστορίες κανονικές, με αρχή, μέση και τέλος, με σκηνικά και χαρακτήρες και ανατροπές στην υπόθεση και συμπεράσματα στο τέλος. Αυτός έλεγε ότι με το “Όλα Είναι Δρόμος” του Βούλγαρη ο ελληνικός κινηματογράφος έφτασε στο πηκ του. Συμφωνώ.

Κοιτάζω γύρω μου και βλέπω την εικόνα της αγίας Μαρίνας.

Και λες και λες και λες και τίποτα δε λες, μια μαλακία όλα, να καούνε όλα, να πάνε να πνιγούνε όλοι, να μείνω μόνο εγώ με πεντέξι φίλους μου και πεντέξι μπάντες και θα περνάμε φίνα, με τις βόλτες μας και τους δίσκους μας και τα όλα μας τα ωραία, ζωάρα. Θα κάνουμε χωρίστρες στα μαλλιά και θα κοροϊδευόμαστε και δε θα μας νοιάζει, θα φοράει αυτός ροζ πουκάμισο με πράσινα κουμπιά και κίτρινο γιακαδάκι όρθιο και δε θα τονενοιάζει, θα είναι φίνα. Όταν ήμουν μικρός ήθελα να φάω όλες τις ελιές του κόσμου, τις δικές μου, τις δικές σου και των άλλων, και τα τυριά σας και θα ήμουν ευτυχισμένος και μετά, δεν έχω ιδέα “τι” μετά, κάτι θα έβρισκα, ίσως να μη χρειαζόμουν να βρω και τίποτε αφού θα ήμουν ήδη ευτυχισμένος. Τα σχέδια και τα όνειρα που δεν πραγματοποιούνται (είμαι πεπεισμένος ότι έχουν μείνει κάμποσες ελιές ακόμα εκεί έξω) λένε δίνουν ώθηση για να ζήσεις και κίνητρα και αν ποτέ τα πραγματοποιήσεις μετά δε θα έχεις τι να κάνεις και θα μαραζώσεις και θα ψοφήσεις μόνος  κι έρημος και μίζερος και άδειος. Αηδίες που λένε βλάκες στα περιοδικά λίγο μετά τα “το μεγαλύτερο μειονέκτημά μου είναι ότι εμπιστεύομαι εύκολα τους ανθρώπους, είμαι υπέροχος, είμαι αληθινός, σιχαίνομαι το ψέμα, περνάμε καλά στα καμαρίνια και αυτό βγαίνει προς τα έξω” δίπλα στις αισθησιακές γουστόζικες φωτογραφίες, δεν είμαστε εμείς τέτοιοι τύποι, εγώ δεν είμαι τέτοιος τύπος, εμένα το μεγαλύτερο μειονέκτημά μου είναι ότι βαριέμαι εύκολα και κάποιες φορές πρήζω τον κόσμο γύρω μου και γκρινιάζω και χίλιαδυο άλλα, πολλά μειονεκτήματα, εγώ, και εγώ θέλω κάτι και θέλω να το κάνω το κάτι και όταν το κάνω θα χαμογελάω και μετά θα βρω κάτι άλλο ή θα κάνω το πρώτο κάτι συνέχεια και πάλι και ξανά.

Είναι Σάββατο προς Κυριακή, νέες ώρες, παλιές ώρες, ανόητες αγάπες και φιλιά λένε οι ΠυξΛαξ, προτιμώ να με πνίξουν από το να με κάψουν.

Κοιτάζω γύρω μου και βλέπω τους Pink Mountaintops.

yeah, plastic man you’re the devil
you just couldn’t understand.

Γιατί δε μου πήρα χαρτάκια όμως;

blue (kind of)

•Οκτωβρίου 25, 2009 • 1 σχόλιο

Μέρα που ξεκινά ανάποδα συνήθως συνεχίζει ακάθεκτη και καταλήγει ανάποδα, εκτός αν στο facebook “lucky” quiz βγάζεις πάνω από 87%, πράγμα που προσδιορίζεται τυχαία, άρα τυχαίο όλο. Ξεκινάω τελικά με εργασιακές υποχρεώσεις και ανελέητο σνομπισμό στην διανοητική μου υπόσταση, συνεχίζω με νυσταγμένες καλημέρες σε όσους είχαν ελεύθερο το πρωινό, και κάνω παύση σε απρόσμενες συναντήσεις, οι οποίες είναι ευχάριστες, και έχουν καφέ, ανταλλαγές νέων, όχι ανθρώπων, κουτσομπολιών αν θέλετε, αρκετά χαμόγελα (ήταν ευχάριστες συναντήσεις) και μια τηλεόραση να παίζει στο βάθος. Όταν την δυναμώνω επειδή καμιά φορά το κάνω και αυτό, ακούω για επίθεση με γκαζάκια στα γραφεία γνωστών βουλευτών στη Θεσσαλονίκη, και αποσπάω από τη δημοσιογράφο ένα “από την έκρηξη έσπασαν μέχρι και οι μπροστινές τζαμαρίες του κτιρίου”. Μέχρι ΚΑΙ οι μπροστινές τζαμαρίες του κτιρίου. Ώστε λυγίζουν και οι δυνατοί. Ώστε κλαίει και ο Ξανθόπουλος. Ώστε έκλαψε και ο Νίτσε. Η τηλεόραση ξαναγυρίζει στο βάθος, κάνει κακό να ακούγεται η φωνή της, και προσωπικά φιμώνω όσα δεν αντέχω να ακούω. Συνεχίζοντας η μέρα έγινε συναρπαστική, το album των Future Kings of England είναι στα αλήθεια καλό, το “Manafon” του Sylvian συνεχίζει να είναι περίεργο και γοητευτικό, το “Six” των Black Heart Procession υπερκατάλληλο στις ώρες του, ενώ το ντεμπούτο “Skandinavisk Misanthropi” των Skitliv (γνωστή boy band) με Andrew Liles, David Tibet και Attila Csihar να έχουν βάλει το χέρι τους, με κερδίζει σε μισή ακρόαση. Μέχρι το ομώνυμο και το επόμενο, έχω μπει στο κόλπο. Για αρκετή ώρα αποφασίζω (και μετανιώνω προς στιγμήν για) την αγορά του album που έκαναν ο Maniac με τον Carl Michael και τον Andrew Liles. Στέλνω και ένα email στον Liles, έτσι, για την φάση. Κοιμάμαι στο πληκτρολόγιο κατά την παρακολούθηση αδιάφορου επεισοδίου, της generic αδιάφορης σειράς που προσπάθησα πέντε επεισόδια να μου αρέσει, αλλά τελικά κοιμάμαι σε πληκτρολόγια. Ξυπνάω. Πάω σε πιο βολικό μέρος. Κοιμάμαι κανονικά. Βλέπω κάποιο όνειρο το οποίο ξεχνάω πριν καν ξυπνήσω, και όταν συμβαίνει το ξύπνημα, άρον άρον ντύσιμο και κατεύθυνση το Μέγαρο της Μουσικής γιατί εκεί αφιέρωμα Miles Davis και Kind of Blue, και παίζει και ο Jimmy Cobb, που έπαιζε και στο “Kind of Blue” το 1959, album του Miles Davis, που μεταξύ άλλων έπαιζε και ο Coltrane μέσα. Ναι, δεν είναι το αγαπημένο μου jazz album οβ ωλ τάιμ, αλλά θεωρείται τέτοιο από σχεδόν όλους εκεί έξω, και ποιός είμαι εγώ να διαφωνήσω, τελοσπάντων αυτές οι φάσεις είναι ωραίες και εγώ πάω Μέγαρο και λογαριασμό δε δίνω, σε κανέναν σας, ούτε στην υπάλληλο στην είσοδο που με κοιτά περίεργα, και εγώ ξέρω γιατί με κοιτά, γιατί την βλέπω, την βλέπω να σκέφτεται δυνατά πως “τι κάνεις εδώ κυρ μαλάκα; Στο Φάληρο παίζουν οι ZZ Top, μπερδεύτηκες”. Αφού προσπερνάω αυτό, προσπερνάω πολλά ακόμα. Κοιτάζω το πάτωμα, γιατί δεν θέλω να τους βλέπω. Όχι την μπάντα, τους υπόλοιπους. Με τα πολλά εξώστης και δίψα, και η επόμενη μιάμιση ώρα ΜΑΓΕΙΑ από τις λίγες, και αξιοσημείωτο πάθος, και όλο το “Kind of Blue” εδώ, μπροστά στα μάτια μου, εμένα που δεν είναι το αγαπημένου μου jazz album στην ιστορία της jazz, και εδώ οι τύποι με τα σαξόφωνα, το κοντραμπάσο και το πιάνο και την τρομπέτα τα δίνουν όλα και κυρίως την ψυχή τους, και περνάει η ώρα σαν τρεχούμενο νερό σε καταρράκτη, και οι νότες το ίδιο, και εκεί που δεν το περιμένω στέκομαι αφοσιωμένος στα δάχτυλά τους, στο παίξιμό τους, στις μελωδίες και στην χειρουργική τους ακρίβεια. Υπάρχει κόσμος που πιστεύει πως όσο η ευφυής μουσική προέρχεται από, και απευθύνεται σε, ευφυείς ανθρώπους, και όσο πιο τέτοιος είσαι, τόσο πιο καλά παίζεις και νιώθεις τα ευφυή πράγματα που λαμβάνουν χώρα, και όσο πιο υπερτεχνικό είναι αυτό που βαράς ως καλλιτέχνης, τόσο πιο intellectual είσαι, και τέτοια. Δεν υποστηρίζω αυτές τις απόψεις με την καμία, γιατί όλα αυτά είναι φτωχοί και φτηνοί ελιτισμοί, και έχουν υπάρξει δεκάδες χιλιάδες βιρτουόζοι μουσικών οργάνων που είναι καλλιτεχνικοί πάτοι όντας “εξερευνητές των δυνατοτήτων” των εκάστοτε οργάνων ή σύγχρονων studios ή οτιδήποτε τέτοιου. Νομίζω πως όποιος επιχείρησε να (επι)βάλει τέτοιες αναλογικές αναπτύξεις στη μουσική, κάπου βαθιά μέσα του είναι κάπως χαζός, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, για μια άλλη δημοσίευση, όπως όλες οι άλλες ιστορίες που αναφέρω σε πολλές δημοσιεύσεις μου. Υπόσχομαι άλλες, παραπλήσιου θεματικού πυρήνα. Τέτοιος είμαι, να μην θυμώνετε. Πίσω στην παράσταση όμως, μην περιμένετε να σας καταγράψω τις παικτικές τακτικές του καθενός ή να σας αναφέρω ποιά περάσματα έκαναν από άλλα albums και σε ποιά σημεία αυτοσχεδίασαν,  δεν έχει μέλλον μια τέτοια κουβέντα, άσε που δεν τα ξέρω αυτά, άσε που δεν έχουν νόημα. Ο Jimmy Cobb, πενήντα χρόνια ακριβώς μετά την κυκλοφορία του “Kind of Blue” και ογδόντα μετά τη γέννησή του, με άφησε με ανοιχτό το στόμα με το πάθος του πρωτίστως, με τις παικτικές του δυνατότητες δευτερευόντως. Δεν συγκινούμαι από τέτοιες, αλλά μπορώ να πω (edit: επαναλάβω) με κάποια ασφάλεια το κλισέ εκείνο για τους jazz drummers που δέρνουν τους υπόλοιπους. Τα υπόλοιπα συνέθεσαν μια εντελώς ιδιαίτερη οπτικοακουστική εμπειρία, που όσο και αν προσπαθήσω δεν θα καταφέρω να μεταφέρω το μαγικό πράγμα που προκαλούν τέτοιες εμπειρίες, οπότε σταματώ εδώ. Όχι εδώ, θα αναφέρω και ένα άλλο, βγαίνοντας από τον χώρο ακούω ένα “…και αυτός ο Bill Evans, πόσο καταπληκτικά έπαιξε σήμερα!”. Αυτό ακούστηκε από στόμα, είχε γύρω του τα απαραίτητα ματιαμυτηαυτιακεφάλι, ξανθά μαλλιά, ΚΑΛΟ ντύσιμο και ύφος ακροατή jazz. 30 χρόνια περίπου μετά τον θάνατό του, ο Bill Evans έπαιξε εξαιρετικό piano απόψε. Ο κύριος Καστανίδης και ο κύριος Βούγιας πρέπει να βάλουν στα αλήθεια γερές τζαμαρίες στο κτίριό τους. Και εγώ πρέπει να σταματησω να γράφω, την καληνύχτα μου.

85 seconds away

•Οκτωβρίου 25, 2009 • Γράψτε ένα σχόλιο

Πόσες φορές έχετε ακούσει ένα κομμάτι, σύντομο σε διάρκεια, που ήταν τόσο όμορφο που θέλατε να κρατήσει για άλλα 15 λεπτά τουλάχιστον; Μπορώ να σκεφτώ άπειρα παραδείγματα. Δεν ξέρω πως αποφασίζει ο δημιουργός να διακόψει κάτι το τόσο ωραίο. Ίσως απλά εκείνος να ξέρει καλύτερα πότε ολοκληρώνεται αυτό που θέλει να πει η μουσική. Πάντα μου άρεσαν τα μακροσκελή κομμάτια, αλλά νομίζω ότι περισσότερο έχω λιώσει με αυτά που τελειώνουν πριν καν προλάβεις να συνειδητοποιήσεις τι άκουσες.

Τον Max Richter τον αγαπάμε. Τον αγαπήσαμε από τα προσωπικά του, αρκετά πριν μάθουμε για τη συμμετοχή του στο “Dead Cities”. Το δεύτερο album του, “The Blue Notebooks”, δεν είχε τύχει να το ακούσω μέχρι σήμερα, όπου χαζεύοντας στο youtube, έπεσα πάνω στο “Vladimir’s Blues”. Νομίζω ότι οποιοδήποτε κομμάτι με τη λέξη blues στον τίτλο του είναι αρκετά ασφαλής υπόθεση.

PS. Αγνοήστε τη χαζομαρούλα στην εικόνα
PS2. Το Σονικ Ντεθ Μανκυ γίνεται τριών αυτές τις μέρες. Χρόνια μας πολλά λοιπόν. Θα αφήσω τους υποδέλοιπους όμως να βρουν το τραγούδι που μας αντιπροσωπεύει πλήρως.