bent as a dent on a tent

•Φεβρουαρίου 7, 2010 • Γράψτε ένα σχόλιο

Αν κάποιος μαθηματικός με ειδικότητα στη στατιστική είχε αρκετό ελεύθερο χρόνο και αρκετή παραξενιά ώστε να κάτσει να ασχοληθεί με τα στατιστικά που αφορούν τις διάφορες πτυχές του Sonic Death Monkey, θα έβρισκε σχεδόν αμέσως ότι τα περισσότερα post του έχουν γίνει μάλλον τις Κυριακές και ειδικότερα τις μετα-μεσημεριανές ώρες. Αυτή τη στιγμή κάθομαι στο γραφείο μου, το οποιο βρίσκεται (όπως ήταν πάντα το όνειρό μου) ακριβώς μπροστά στο παράθυρο, έχω φτιάξει τον απογευματινό μου καφέ, έχω μόλις κρεμάσει στον τοίχο δίπλα στη βιβλιοθήκη την αφίσα που έλειπε τόσο καιρό από τότε που μπήκα στο καινούριο σπίτι, η βροχή ακόμα ψιλοπέφτει έξω και βρίσκω τον εαυτό μου να χαζεύει έξω στο δρόμο και στα ακουστικά μου παίζει το “Time spent with antique mirrors” των Teardrop. Καλά μη φανταστείτε και καμιά εντυπωσιακή θέα, έτσι και αλλιώς στο ισόγειο είμαστε, αλλά για κάποιο περίεργο λόγο πάντα με γοήτευαν τα γραφεία που είχαν θέα στο παράθυρο. Αν ποτέ αποκτήσω κάποιο σπίτι σε κάποιο βουνό, το γραφείο σίγουρα θα μπει μπροστά στο παράθυρο που θα έχει την μεγαλύτερη θέα. Αν αποτελείται και από ολόκληρη τζαμαρία. Ίσως να μην είναι και πολύ αποδοτικό γιατί θα πιάνεις τον εαυτό σου να χαζεύει έξω από το παράθυρο όπως κάνω εγώ τώρα αντί να κάνει αυτό που ξεκίνησε, αλλά το σπίτι είναι δικό μου οπότε, εδώ που τα λέμε, δεν σας πέφτει και πολύς λόγος. Εσείς να το κάνετε αλλιώς.

Η αφίσα που έλειπε από τον τοίχο δίπλα στην βιβλιοθήκη είναι αυτή εδώ. Ο λόγος που δημιουργήθηκε αυτή η αφίσα είναι ένα από τα κυριότερα στοιχεία που έκαναν αυτό το σαββατοκύριακο όμορφο (τα υπόλοιπα δεν σας τα λέμε, μη γίνεστε και αδιάκριτοι). Είναι περίεργο το πως τα φέρνει η ζωή. Όταν μου είχε γράψει κάποιος γνωστός (δεν θυμάμαι καν ποιος) το “Omnio κάπου το ‘98 και τότε μαθαίναμε περί Misanthropy και παραμιλούσαμε, φάνταζε μακρινό όνειρο το να βρεθείς σε απόσταση αναπνοής από όλους αυτούς που άκουγες εκεί μέσα. Ήσουν και πιτσιρικάς, τα είχες ίσως λίγο πιο μεγάλα τα πράγματα στο μυαλό σου από ότι πιθανότατα ήταν. Δεν καταφέραμε να πάμε το 2000 στο αποχαιρετιστήριο live για διάφορους λόγους και θα το μετανιώνουμε για πάντα. Για το τι ήταν οι In The Woods… και τα μετέπειτα συγκροτήματα μίλησε ο Μανώλης πριν αρκετά posts και δεν χρειάζεται να προσθέσω τίποτα παραπάνω. Εγώ μπορώ να μιλήσω για το τι ήταν αυτοί που το ‘98 βρίσκονταν απέναντι από τους In The Woods… σε ηλικίες περίπου λυκείου. Πολλοί από τους ανθρώπους που βρέθηκαν χτες στο live της Karmakosmetix θα μπορούσαν να περιγράψουν παράλληλες μουσικές πορείες (τουλάχιστον μέχρι ενός σημείου). Θεωρώ ότι η Νορβηγία ασκούσε (και ασκεί) σημαντική γοητεία στους περισσότερους. Οι In The Woods… ήταν μια πτυχή αυτής της γοητείας. Οι Stille Oppror, οι Transit, οι Goldlog και οι υπόλοιποι αποτελούν μια συνέχεια αυτής της πτυχής.

Για τους περισσότερους από εμάς, αυτή η γοητεία παρέμεινε σε μουσικό επίπεδο μόνο. Καλώς ή κακώς, από επιλογή ή από έλλειψη τόλμης ή ευκαιριών, δεν θα το εξετάσω εδώ. Ίσως να θέλουμε κάποια πράγματα να τα διατηρήσουμε πιο μεγάλα και πιο μακρινά από ότι είναι στην πραγματικότητα. Σε κάποιους, ευτυχώς για εμάς τους υπόλοιπους, μάλλον δεν έφτανε αυτό. Με το Θοδωρή της Art In Haste, γνωριζόμαστε κάποια χρόνια τώρα χωρίς να έχουμε και τις στενές σχέσεις, από την αρχή βρέθηκε κοινό σημείο επικοινωνίας με τις μουσικές που λατρέψαμε και οι δυο. Είχε την όρεξη και το μεράκι και τη διάθεση να πάει τη σχέση του με τη Νορβηγία αρκετά επίπεδα παρά πέρα. Και όταν του παρουσιάστηκε η ευκαιρία να κανονίσει ένα live, πολύ δύσκολο να πραγματοποιηθεί, με λίγες πιθανότητες για κερδοφορία, αλλά ακόμα και για να βγουν τα έξοδα, δεν δίστασε και το κυνήγησε για να πραγματοποιηθεί μόνο και μόνο γιατί (υποθέτω) λάτρευε την ιδέα να δει κάποιους μουσικούς που αγαπάει να παίζουν τη μουσική τους στην Ελλάδα. Με το Γιάννη της Catch The Soap, γνωριζόμαστε ακόμα λιγότερο αλλά οφείλω να αναγνωρίσω και σε αυτόν την τόλμη να θέλει να βγάλει εκεί έξω πράγματα που γουστάρει. Θυμάστε τι λέει η Laura εκεί προς το τέλος του High Fidelity (της ταινίας) όταν ο Rob αποφασίζει να κυκλοφορήσει το single των Kinky Wizards; Αν δεν θυμάστε, ντροπή σας, να το βάλετε να το ξαναδείτε. Νομίζω ότι αυτοί οι δυο (και οι υπόλοιποι που είναι μαζί τους και δεν έχω αναφέρει ακόμα – η Έλλη και η Άννα είναι οι δυο πιο γρήγορες σκέψεις) κάνουν κάτι σημαντικό ώστε οι υπόλοιποι να μπορούν να βρίσκονται από κάτω και να το απολαμβάνουν. Προφανώς και το κάνουν επειδή το γουστάρουν πρωτίστως, αλλά αυτό δεν το κάνει λιγότερο άξιο σεβασμού.

Για το χθεσινό live των Transit, Goldlog και Stille Oppror είχα αρκετές προσδοκίες. Ίσως περισσότερες και από εκείνο των Ulver (εδώ ο δεκαεξάχρονος Κωστάκης δεν μπορεί παρά να μειδιάσει σκεπτόμενος ότι 12 χρόνια μετά θα τα ζούσε όλα αυτά από πρώτο χέρι). Γιατι; Γιατί ήμουν πεπεισμένος (και η χθεσινή βραδιά με επιβεβαίωσε) ότι η παρέα (ή ίσως καλύτερα η οικογένεια) των ανθρώπων που κάποτε ήταν οι In The Woods… κατέβηκε στην Αθήνα να παίξει μόνο και μόνο επειδή το γούσταραν και χωρίς να έχουν να κερδίσουν (υλικώς) τίποτα ιδιαίτερο (από ό,τι κατάλαβα το αντίθετο μάλιστα). Οι Ulver ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω πόσο βγήκαν σε περιοδεία γιατί τους ήρθε η όρεξη ή γιατί απλά σκέφτηκαν ότι είναι καλή ευκαιρία να βγάλουν κάνα φράγκο παραπάνω. Χτες ήταν σαφώς πιο φανερό το ότι τα μέλη των συγκροτημάτων το διασκέδαζαν εξίσου με τον κόσμο από κάτω. Το Six Dogs που έγινε το live ήταν αρκετά ωραίο μαγαζί, ιδανικό μέγεθος για ένα live που θα μάζευε καμιά κατοστάρα κόσμο, έτσι ώστε να φαίνεται γεμάτο, αλλά με κάπως άβολη διαρρύθμιση που προκαλούσε κάποια προβλήματα. Έχω να δηλώσω πάντως ότι είχα πολύ καιρό να βρεθώ στην πρώτη σειρά σε μια συναυλία. Και να το ευχαριστηθώ κιόλας. Όταν έγραφα για το live των Rectum είχα μιλήσει για οικογενειακή υπόθεση. Και το χθεσινό event της Karmakosmetix ήταν επίσης ιδιαιτέρως οικογενειακή υπόθεση. Αδέρφια έπαιζαν μαζί, μουσικοί ανεβοκατέβαιναν στη σκηνή, μέλη μοιράζονταν ανάμεσα στα συγκροτήματα και εκείνη η παρέα που ξεκίνησε στο Kristiansand φαίνεται να υπάρχει ακόμα έστω και αν οι In The Woods… δεν υπάρχουν ή αν η Tiziana δεν έχει την καλύτερη εταιρεία που έχει υπάρξει ποτέ στον ευρύτερο metal χώρο.

Οι Goldlog όρισαν την γλυκύτητα με τη μουσική τους, αλλά δεν ξέχασαν που και που να ανεβάσουν και λίγο γκάζια. Το δίσκο τους τον είχα ακούσει συγκριτικά λιγότερες φορές σε σχέση με των υπολοίπων αλλά τα τραγούδια τους live λειτουργούν ακόμα καλύτερα. Και η φυσικά η φωνή της τραγουδίστριάς τους, όπως και της άλλης δεσποσύνης που τραγούδησε με τους Stille Oppror, ήταν μαγευτικότατη. Έπαιξαν και αρκετούτσικα και αναμένουμε και καινούριο δίσκο οπότε πιάσαμε και την είδηση. Οι Stille Oppror ήταν μάλλον αυτοί που μου άρεσαν περισσότερο δισκογραφικά από όλους και δεν με διέψευσαν στο live. Αν και το set τους ήταν αρκετά σύντομο, έδειξαν ότι μουσικά είναι μάλλον οι κοντινότεροι στην ατμόσφαιρα των In The Woods… (και κατ’ επέκταση στις ψυχεδελικές αναφορές στους μετά-Barrett Floyd) από όλα τα projects της Karmakosmetix. Εκπληκτικές ατμόσφαιρες, εντυπωσιακά ξεσπάσματα και ένταση που, αν και ερχόταν σε αντίθεση, μάλλον συμπλήρωνε την γαλήνη των Goldlog. Πέρασε και από εδώ (όπως και από τους Goldlog) ο Jan Kenneth για να πιάσει τα μικρόφωνα και να μας θυμίσει τότε που ο μικρός δεκαεξάχρονος άκουγε για πρώτη φορά το “Omnio” ή το “HEart Of The Ages” και να προκαλέσει τις πρώτες ανατριχίλες. Όχι ότι δεν είχαν και τις πιο μελωδικό-indie rock στιγμές τους αλλά όταν ξέφευγαν, ξέφευγαν. Και, όπως προείπα, η αδερφή του Christer φαινόταν ότι θα μπορούσε να σηκώσει στους ώμους της ένα “Vanish in the absence of virtue” με σχετική άνεση. Οι Transit, το προσωπικό σχήμα του Jan Kenneth, ήταν αυτοί που απομακρύνθηκαν περισσότερο από το παρελθόν του. Ίσως αυτό να με ξένιζε κάπως στο δίσκο τους, αν και είναι εξαιρετικός. Όμως στο live ήταν η μπάντα που εντυπωσίασε περισσότερο. Ίσως γιατί rock-αραν περισσότερο από τους υπόλοιπους, ίσως γιατί ο, συνεχώς κουρδιζόμενος, Jan Kenneth είχε πολλά κέφια, ίσως γιατί η μουσική τους ήταν πιο live-άδικη, ίσως για κάποιο εντελώς άσχετο και αδιευκρίνιστο λόγο. Όμως οι Transit πραγματικά τα έσπασαν όλα και βρήκα αρκετές φορές τον εαυτό μου να σιγοτραγουδάει στίχους που θυμόταν από το album. Στοιχείο που έκανε ακόμα γοητευτικότερο το live; Ότι και τα ίδια τα συγκροτήματα έμοιαζαν να καταλαβαίνουν ότι βρίσκονταν σε μια “εμείς και εμείς” ατμόσφαιρα (και δεν είναι ανάγκη να συμπαθούμε όλους τους υπόλοιπους “εμείς” τον υπόλοιπο καιρό, έφτανε το ότι μοιραζόμασταν κάτι που είχαμε ανάγκη για τις 3 ώρες του live), είχαν την όρεξη να χαβαλεδιάσουν, χαμογελούσαν ειλικρινώς και, παρά το γεγονός ότι το κοινό ήταν δεδομένο ότι θα ήταν από τα πλέον εσωστρεφή, μας κατάφεραν να τραγουδήσουμε και κάνα δυο φορές.

Ευτυχώς δεν υπήρξε η άβολη διαδικασία του encore, το οποίο από την πρώτη φορά που το είδα σε συναυλία, το θεωρώ εντελώς χαζό. Οι Transit έμειναν πάνω για να δώσουν αυτό που περίμεναν πολλοί, αλλά που σε καμιά περίπτωση δεν επισκίασε αυτό που προηγήθηκε. Ήρθε η ώρα να θυμηθούμε τους In The Woods…, και ακόμα ευτυχέστερα για μένα, τους In The Woods… του “Strange in stereo”. Σίγουρα πιστεύω ότι τα δυο τραγούδια που παίχτηκαν, παίχτηκαν κυρίως γιατί το λαχταρούσε το κοινό που ήταν απο κάτω. Θέλω να πιστεύω, ίσως με υπερβολικό ρομαντισμό, ότι δεν ήταν αγγαρεία για τους μουσικούς και ότι σε κάποιο επίπεδο εκείνη τη στιγμή απολάμβαναν πραγματικά αυτό που έκαναν. Εμένα έτσι μου φάνηκε τουλάχιστον. Και αν κάτι με έκανε να τους αγαπήσω ακόμα περισσότερο ήταν η απάντηση του Jan Kenneth στην ερώτηση του Θοδωρή για το αν θα σκέφτονταν ποτέ να κάνουν In The Woods… reunion live, ειδικά αν τους προσφέρονταν αρκετά χρήματα. Ελπίζω να μη με διαψεύσουν στο μέλλον. Είναι πραγματικά ελάχιστοι οι μουσικοί που μπορείς να εκτιμάς για κάτι περισσότερο από την μουσική τους. Ακούσαμε “Ion” και “Closing In” λοιπόν, ανατριχιάσαμε από την κορφή ως τα νύχια, ίσως κάπου βαθειά μέσα μας ελπίζαμε να ακούσουμε ένα “Generally More Worried Than Married”, αλλά δεν είμαστε πλεονέκτες. “We are the poles and the world is our feast”

Το βράδυ συνεχίστηκε σε σπίτι με ηρεμία, ωραία μουσική και συζήτηση. Ακριβώς όπως θα έπρεπε να είναι ένα ιδανικό σαββατόβραδο. Και παραδόξως και η Κυριακή ήταν ωραία. Και ας φάγαμε αρκετή βροχή αυτές τις μέρες. Τώρα χαζεύουμε τους δίσκους που πήραμε και την καινούρια αφίσα που κοσμεί το χωλ του σπιτιού. Ως Sonic Death Monkey νομίζω ότι οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ στα παιδιά της Art In Haste και της Catch The Soap, ως ακροατές οφείλουμε ένα εξίσου μεγάλο ευχαριστώ στους μουσικούς που είδαμε χτες, ως άνθρωποι δεν ξέρω που οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ αλλά άμα μάθω θα σας πω.

Ελπίζουμε να σας δείξουμε και φωτογραφίες από τη βραδιά. Προς το παρόν πάω να συνεχίσω το κυριακάτικο βράδυ μου. Many thanks once again.

τέτοια προσφορά δεν έχει ξαναγίνει

•Φεβρουαρίου 6, 2010 • 3 σχόλια

εκπτώσεις, καταναλωτισμός, κρίση, λεφτά, φράγκα, μισθοί, λιτότητα, ασφαλιστικό, αλμούνια, όχι αυτός της άρσεναλ, αυτός της ΕΕ, με τη δραχμούλα μας καλύτερα, πείτε μας τη γνώμη σας, θέλουμε την άποψή σας, μας νοιάζει η άποψή σας, θα έφτανα στο σημείο να πω ότι σχεδόν, ναι, σχεδόν καυλώνουμε χαμογελάμε κάθε φορά που ακούμε την άποψή σας, είναι αλήθεια, πείτε μας όμως, μιλήστε μας, βγάλτε τα στη φόρα, βγάλτε τα και στα φόρα, χα, κάνω και χιουμοράκι φοβερό ώρες ώρες παρά τη δύσκολη κατάσταση της οικονομίας μας, φτώχια, εξαθλίωση, μηδέν, παραλήρημα, άγχος και στρες και το πιο σημαντικό.

το μπλογκ ύστερα από πολύωρες διαπραγματεύσεις κατάφερε να εξασφαλίσει μια ολόκληρη πρόσκληση για το αποψινό live στο 6 D.O.G.S., λεπτομέρειες εδώ και εδώ. ο πρώτος που θα στείλει μέιλ με το ονοματάκι του στο sonicdeathmonkeygr [at] gmail [dot] com, σωστά μαντέψατε, θα κερδίσει την ολόκληρη πρόσκληση που λέγαμε νωρίτερα. αλλά ονοματεπώνυμο παιδιά,  μην το ξεχάσουμε, και μετά έχει τις μπάντες τις 3 τις ωραίες με τους νορβηγούς και τις νορβηγίδες, έχει πάγκους με merch από τα ξένα και τα εδώ, έχει και sdm άφτερ σώου πάρτυ, σκέτη γλύκα το πρόγραμμα.

τρέχουμε για το μέιλ. τα φιλιά μας.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ εκ των υπαλλήλων: Εννοείται μην στείλει κανένας mail μετά τις 7:30. Οι πιθανότητες λένε ότι δεν θα το δούμε καν!! Για να μην γκρινιάζει κανείς μετα.

little secrets fallen through the cracks

•Φεβρουαρίου 4, 2010 • Γράψτε ένα σχόλιο

Κλασσική περίπτωση όπου δεν ξέρεις τι θέλεις να ακούσεις οπότε επιλέγεις τυχαία δίσκους που υπάρχουν τριγύρω και δεν σου θυμίζουν πολλά πράγματα ώστε να μπορείς τουλάχιστον να ακούσεις κάτι με την μόνιμη αίσθηση της έκπληξης. Κάπως έτσι καταλήξαμε στα παρακάτω:


Carolyn Mark and N.Q. Arbuckle – Let’s just stay here

Ωραιότατη folk/alt-country με την Mark (φωνή που φαίνεται να εκτιμάται ιδιαιτέρως στους ιντερνετικούς κύκλους) να θυμίζει ιδιαιτέρως την Carla Torgerson των Walkabouts, πράγμα ιδιαιτέρως θετικό, μια που αγαπώ τη φωνή της τελευταίας.


State Broadcasters – The ship and the iceberg

Σε παρόμοιους χαλαρούς τόνους, με σαφώς λιγότερο έντονο τον alt-country χαρακτήρα, από εκείνους τους indie folk δίσκους που δεν γίνεται να μην τους συμπαθήσεις για τη γλυκύτητά τους αλλά που δυστυχώς αυτή η γλυκύτητα δεν τους αφήνει να γίνουν υπερβατικοί.


Black Flowers – I Grew From A Stone To A Statue

Ίσως το πιο εντυπωσιακό της τετράδας. “The blurb from the label doesn’t seem very keen on branding Black Flowers as a ’supergroup’, but that’s exactly what they are. Glaswegian singer/songwriter Alasdair Roberts joins Mick Flower (of Vibracathedral Orchestra and Flower-Corasno Duo), drummer extraordinaire Alex Neilson and his partner in Directing Hand Lavinia Blackwall who takes lead vocals. It’s pretty rare to encounter a British folk record that packs so much of a punch.” λέει το Boomkat. Κάτι σαν μια πιο ψυχεδελική εκδοχή των Blood Meridian λέγω εγώ, μια λιγότερο fuzz-αριστή εκδοχή των Bardo Pond με σαφή Βρετανικό χαρακτήρα. Αγαπάμε.


Six Organs Of Admittance – Empty The Sun

Μιλήσαμε και εκθειάσαμε ιδιαιτέρως το “Luminous Night” (που γενικά μάλλον πρέπει να δίχασε) και δεν δώσαμε βάση στο άλλο album που κυκλοφόρησαν οι Six Organs το 2009. Soundtrack σε βιβλίο αυτή τη φορά, στηρίζουμε ως φιλοσοφική κίνηση, θα ψάξουμε να διαβάσουμε το βιβλίο, προς το παρόν απολαμβάνουμε την ομορφιά του δίσκου.

how can one fly on paper wings?

•Ιανουαρίου 31, 2010 • Γράψτε ένα σχόλιο

Κυριακή βράδυ. Μια ακόμα Κυριακή βράδυ, η τελευταία σε μια ατέλειωτη σειρά Κυριακών βράδυ. Θα ακολουθήσουν και άλλες είμαι σίγουρος. Η διάθεση έχει πιάσει πάτο όλο το σαββατοκύριακο. Το κεφάλι όλων μας πάει να σπάσει. Διάφορα πράγματα έρχονται και φεύγουν. Κάποια χαζά, κάποια όχι και τόσο χαζά. Κοιτώντας δεξιά και αριστερά συνειδητοποιείς ότι υπάρχουν άνθρωποι (κοντά και μακριά) που θα ένιωθαν ευλογημένοι να είναι στη θέση μας. Αυτό μας κάνει αχάριστους; Πραγματικά δεν ξέρω. Το σίγουρο είναι ότι δεν μας κάνει χαρούμενους. Ακόμα και η μουσική δεν μας κάνει πολύ χαρούμενους τώρα τελευταία. Αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό. Τις τελευταίες μέρες δεν μπορώ να ακούσω σχεδόν καθόλου μουσική. Βάζω ένα δίσκο και διαπιστώνω κάπου στη μέση του δεύτερου τραγουδιού ότι δεν μπορώ να συγκεντρωθώ καθόλου. Η κούραση (σωματική, νοητική και ψυχική) πάντα είχε αυτή την επίδραση πάνω μου. Δεν ξέρω αν συμβαίνει και σε άλλους, αλλά όταν νιώθω εξαντλημένος δεν μπορώ να ακούσω μουσική. Και αυτό τον καιρό νιώθω συνέχεια εξαντλημένος.

Το πιο εκνευριστικό; Έχουμε φτάσει στο σημείο το μεγαλύτερο άγχος μας να είναι τα κωλο-λεφτά. Το πιο αστείο; Ότι δεν είναι το μεγαλύτερο άγχος μας γιατί θέλουμε να μαζέψουμε όσο το δυνατόν περισσότερα, αλλά γιατί τρέχουμε ολημερίς και οληνυχτίς και πάλι δεν μπορούμε να είμαστε άνετοι. Και γιατί αυτά καθορίζουν κομμάτια της ζωής μας που δεν θα έπρεπε. Αυτές τις μέρες δεν υπήρχε ξεκούραση, αλλά τουλάχιστον βγήκε ένα όμορφο πράγμα. Σήμερα, κατευθυνόμενος προς τη δουλειά, πρόσεξα ότι στο mp3 player υπήρχε το “Music for On Paper Wings” του Peter Broderick, του soundtrack που είχε γράψει για το ντοκυμαντέρ “On Paper Wings”. Να ρίξετε μια ματιά στο ντοκυμαντέρ, μοιάζει πολύ ενδιαφέρον, αλλά το θέμα μας δεν είναι αυτό εδώ. Το θέμα μας είναι η μουσική του Broderick. Τα έχουμε ξαναπεί για τον Broderick, αλλά ίσως δεν είναι αρκετά αυτά που έχουμε πει. Είναι εντυπωσιακό το ταλέντο αυτού του ανθρώπου. Ταλέντο, που χωρίς να θέλω να γίνω ιερόσυλος, είναι παρόμοιο με αυτό του Arvo Part και, μάλλον, και των περισσότερων μεγάλων εκ των μινιμαλιστών. Το ταλέντο εκείνο που τους επιτρέπει να χρησιμοποιούν τον ελάχιστο αριθμό των νοτών αλλά επιλέγοντας εκείνες που θα δημιουργήσουν τη μεγαλύτερη δυνατή ομορφιά. Δεν χρειάζονται να πουν πάρα πολλά, μάλιστα πολλές φορές ακόμα και η σιωπή μοιάζει να δυναμώνει τα λόγια τους. Από την αρχή ακόμα με το “A song for cranes” γίνεται αμέσως αντιληπτό αυτό. Λατρεύω τις μουσικές που μοιάζουν να αιωρούνται, που υπάρχουν ελάχιστα πιο μακριά από εκεί που φτάνεις. Ο δίσκος (όπως και η ταινία φαντάζομαι – αν κρίνω από το θέμα της) έχει εκείνο το σπάνιο χαρακτηριστικό του να μην είναι χαρούμενος (περιέχει αρκετή θλίψη μέσα στην ομορφιά του), αλλά να μην είναι και απελπισμένος. Δεν ξέρω αν βλέπει φως στην άκρη του τούνελ, αλλά έχει ακόμα την επιμονή να βάζει το ένα πόδι μπροστά από το άλλο. Αυτό είναι κρίσιμο στοιχείο για τις μέρες τούτες.

Αν η μουσική έχει τη δυνατότητα να μας κάνει λίγο καλύτερους ανθρώπους, τότε είναι με δίσκους όπως του “Music for On Paper Wings”. Κάπου εδώ σταματάω. Έχει κολλήσει και ο εγκέφαλος και δεν έχω πολλά παραπάνω πράγματα να πω. Να το ακούσετε όμως αυτό το δίσκο. Αλήθεια, ξέρουμε τι σας λέμε. Και να γκρινιάξετε και εσείς λίγο για να μη νιώθουμε μόνοι.

Spread them

•Ιανουαρίου 28, 2010 • Γράψτε ένα σχόλιο

Spread the love, αδέρφια, να ζεσταθούμε στις κρύες ημέρες των χρόνων μας

everybody needs his songbook

•Ιανουαρίου 26, 2010 • Γράψτε ένα σχόλιο

“Caravan” isn’t a song about life or death, as far as I can tell; it’s a song about merry gypsies and campfires and turning up your radio and stuff. But in its long, vamped passage right before the climax, when the sax weaves in and out of the cute, witty, neo-chamber strings, while the piano sprinkes bluesy high notes over the top, Morisson’s band seems to isolate a moment somewhere between life and its aftermath, a big, baroque entrance hall of a place where you can stop and think about everything that has gone before (Gosh. A sudden panic: can you hear any of that, those of you who already the album or who are interested enough in this description to check it out? Possibly not. But – panic over – this book isn’t predicated on you and me sharing the ability to hear exactly the same things; in other words, it isn’t music criticism. All I’m hoping here is that you have equivalents, that you spend a lot of time listening to music and seeing faces in its fire).

Είπα ότι αυτές τις μέρες ξαναδιαβάζω το “31 Songs”, το οποίο εύκολα θεωρώ ένα από τα πιο όμορφα βιβλία που μιλάνε για τη μουσική και ότι με πιάνει απίστευτη ζήλια κάθε φορά που σκέφτομαι ότι θα έδινα και την ψυχή μου για να μπορώ να γράφω για την μουσική έτσι όπως γράφει ο φίλος Nick. Αυτό που συνειδητοποίησα όμως αυτή τη φορά είναι ότι αν κάποια στιγμή τα έφερνε έτσι η μοίρα και καθόμασταν να μιλήσουμε με τον Hornby για μουσική (θεωρώντας ότι θα κατάφερνα να βγάζω κάτι παραπάνω από ακαταλαβίστικα μουγκρητά), είναι ότι πιθανότατα θα συμφωνούσαμε σε ελάχιστα πράγματα πάνω στην μουσική. Φυσικά ο ίδιος θα έλεγε ότι πιθανότατα φταίει και η διαφορά ηλικίας, αλλά ελπίζω πραγματικά ότι στα 44 μου θα απολαμβάνω εξίσου τραγούδια που είναι περίεργα ή βλοσυρά ή ελαφρώς καταθλιπτικά. Από την άλλη πλευρά, μπορεί τότε να λέω και γω κάτι ανάλογο με αυτά που λέει για το “Frankie Teardrop” των Suicide και τα επιπλέον 20 χρόνια προβλημάτων και ανησυχιών να μη μου έχουν αφήσει το κουράγιο να ακούω κομμάτια που απαιτούν ψυχικά αποθέματα.

Παρά τις διαφωνίες μας όμως (διαφωνίες που είμαι σίγουρος ότι κρατάνε τον Nick ξύπνιο τα βράδια) και παρά το γεγονός ότι δεν ακούμε πάντα τα ίδια πράγματα στα τραγούδια που περνάνε από τα ηχεία μας, απολαμβάνουμε εξίσου την προσπάθεια να δούμε εκείνα τα πρόσωπα στη φωτιά. Και, εντάξει, προφανώς αυτά που βλέπει ο Hornby απολαμβάνουν να τα διαβάζουν μερικά εκατομμύρια άνθρωποι, ενώ αυτά που βλέπω εγώ περισσότερο από όλους απολαμβάνω να τα διαβάζω μόνος μου, το τελικό συμπέρασμα παραμένει σαφώς κοινό. Και αυτό είναι κάτι στο οποίο θα συμφωνήσουν σίγουρα και οι υπόλοιποι. Ίσως θα ήταν ενδιαφέρον να φτιαχτεί και ένα Top 30 για τα δικά μας τραγούδια, έστω και αν δεν τα πούμε τόσο ωραία. Ίσως το Δ.Σ. να πρέπει να το σκεφτεί κάποια στιγμή. Θα το συζητήσουμε αναλυτικότερα στην επόμενη συνέλευση.

Ακόμα δεν έχω διαβάσει το “Juliet, Naked” αν και γενικά ακούγονται διάφορα σχόλια. Ελπίζω να είναι καλύτερο αποτέλεσμα από το “Slam”. Ή τουλάχιστον ελπίζω να έχει κάποια σημεία που να αφορούν τη μουσική και που να με κάνουν να νιώσω άσχημα που δεν μπόρεσα να τα γράψω εγώ.

καραβαν

Εσείς τι ακούτε άραγε δω μέσα;

Το πιάσιμο του μπακαλιάρου ή Λόλα να ένα μήλο

•Ιανουαρίου 23, 2010 • 2 σχόλια

Καπελώνω κι εγώ με τη σειρά μου, αλλά έπρεπε να πω το εξής:

Εμείς οι Βόρειοι ξέρουμε από καλό λάμδα. Καλημέρα και καλή ζωή

second hand meetings

•Ιανουαρίου 23, 2010 • Γράψτε ένα σχόλιο

Ήρθε η ώρα να πάρω την εκδίκησή μου λοιπόν και να καπελώσω αυτή τη φορά εγώ τη δημοσίευση του αφεντικού (ελπίζω να μην καταλήξει σε απόλυση). Είναι Σάββατο, εννέα και δέκα προ μεσημβρίας, και αν πριν μια δεκαετία μου έλεγε κανείς ότι θα ξυπνούσα κάποιο Σάββατο πριν τις 11-11:30 θα θεωρούσα ότι μάλλον έλεγε μαλακίες. Έτσι όπως έχουν τα πράγματα όμως, οι ώρες του Σαββάτου είναι υπερβολικά πολύτιμες και, κυρίως, ευχάριστες για να χαθούν στον ύπνο. Κάπως έτσι φυσικά τις υπόλοιπες μέρες κοιμόμαστε από τις 10 το βράδυ, αλλά τι να κάνεις, δεν μπορείς να τα έχεις όλα δικά σου.

Λοιπόν που λέτε, χτες έπιασα και ξαναδιάβαζα το “31 Songs” του Hornby, το οποίο μετά από άπειρες απόπειρες, τελικά παράγγειλα και έφτασε στο σπίτι πριν λίγες μέρες. Είχα ήδη ξεκινήσει το “It feels so good when I stop” του Joe Pernice, για το οποίο πολλοί (μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο Hornby) είχαν γράψει διθύραμβους, αλλά για κάποιο λόγο δεν μπορούσα να το παρακολουθήσω, οπότε είπα να καταφύγω σε κάτι πιο γνώριμο. Ίσως να μιλήσουμε κάποια στιγμή αργότερα για εκείνο. Για να επιστρέψουμε στο θέμα μας (αυτή η έκφραση νομίζω ότι ήταν από τις καταστροφικές στην έκθεση των πανελληνίων – μη τυχόν και παρέκλινε κανείς από το στόχο!), το “31 Songs” ήταν μια μεταχειρισμένη έκδοση και καθώς ξεκίνησα να τη διαβάζω παρατήρησα ότι είχε ξεμείνει σε μια σελίδα ένα από εκείνα τα διπλώματα της άνω γωνίας που έδειχνε που είχε αφήσει κάποια στιγμή το βιβλίο ο προηγούμενος ιδιοκτήτης. Πάντα μου άρεσε η ιδέα του μεταχειρισμένου, τόσο στη μουσική, όσο και στα βιβλία. Πέρα από τη δυνατότητα να πάρεις κάτι που υπό άλλες συνθήκες δεν καιγόσουν να πάρεις, σε μια ιδιαιτέρως φτηνή τιμή που είναι πάντα δελεαστικό, με ελκύει και αυτή η ιδέα της “ανακύκλωσης” τέτοιων πραγμάτων. Ακόμα πιο ωραίες όμως είναι εκείνες η στιγμές που βρίσκεις στα μεταχειρισμένα κάτι που έψαχνες εναγωνίως να βρεις και ήθελες πάρα πολύ να έχεις. Νιώθεις σχεδόν σαν να έχει αφήσει κάποιος ένα δώρο ειδικά για σένα. Εκεί δημιουργούνται άλλα ερωτήματα όμως; Πως γίνεται κάποιος να αγόρασε κάποια στιγμή το “31 Songs” και μετά να το πούλησει; Δεν του άρεσε; Ξεκίνησε να το διαβάζει και έμεινε στη σελίδα με το τσάκισμα; Πώς γίνεται να μην του άρεσε; Στη μουσική είναι ακόμα πιο περίεργα τα πράγματα. Βρίσκεις album που πιθανότατα δεν θα τα έπαιρνε κάποιος αν δεν ήξερε ακριβώς τι ήταν και όμως βρίσκουν το δρόμο τους στα μεταχειρισμένα. Βγάζω απέξω τον προφανή λόγο των οικονομικών δυσκολιών (που σίγουρα είναι μια πιθανότητα) και προσπαθώ να εξετάσω την απόφαση κάποιου να πουλήσει ένα βιβλίο ή ένα δίσκο (ειδικά όταν η τιμή που θα πάρει είναι ιδιαιτέρως χαμηλή). Ίσως βέβαια να γίνομαι εγώ υπερβολικός, αφού αυτές οι κατηγορίες αντικειμένων είναι από τα λίγα που νιώθω ιδιαιτέρως κτητικός. Από την άλλη δεν μπορείς παρά να μπεις στη διαδικασία του να προσπαθήσεις να φανταστείς τι σκεφτόταν κάποιος άλλος όταν διάβαζε ακριβώς αυτές τις γραμμές ή όταν άκουγε ακριβώς αυτά τα τραγούδια. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου λέει ο ποιητής. Η αίσθηση του να μπαίνεις σε ένα Music (ή Books ή οτιδήποτε) Exchange και να προσπαθείς να φανταστείς τι σε περιμένει εκεί μέσα παραμένει από τις πιο πολύτιμες.

Σε άλλα νέα, ο καταιγισμός κυκλοφοριών από εκεί που δεν το περιμέναμε συνεχίζει να έρχεται. Σε internet-ικούς περιπάτους των τελευταίων ημερών, είδαμε να προστίθενται στη λίστα μας το καινούριο album των Jaga Jazzist, το καινούριο των Autechre, το καινούριο των Yeasayer, ενώ από τις περσινές γνωριμίες επιστρέφει και η Scout Niblett. Καταφέραμε να ακούσουμε και αρκετά album μέσα στη βδομάδα που μας πέρασε. Η πρώτη απογοήτευση ήρθε από το καινούριο Shining. Η αλήθεια είναι ότι δεν με εκπλήσσει η πορεία που έχουν πάρει και αν τους είχα ερωτευτεί παράφορα στο “In the kingdom…”, από τότε φαίνονταν οι metal εμμονές τους (ή ίσως ακόμα χειρότερα οι progressive metal εμμονές τους). Στο “Grindstone” ήταν αρκετά πιο εμφανείς, αλλά διατηρούσαν τον jazz χαρακτήρα τους, κάνοντας το μίγμα να παραμένει γευστικότατο. Στο “Blackjazz”, ίσως με μια δόση ειρωνίας, η jazz έχει αφεθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό πίσω, η μουσική έχει γίνει πιο θορυβώδης και αρκετά πιο “progressive” και λιγότερο ενδιαφέρουσα. Μιλώντας για “συγγενείς” Νορβηγούς, οι Shining πήγαν να ακολουθήσουν το παράδειγμα των Motorpsycho (που βάρυναν τον ήχο τους στα τελευταία album με σαφώς πιο πετυχημένο τρόπο) και δεν το πέτυχαν πολύ, ενώ ίσως θα έπρεπε να ακολουθήσουν το δρόμο των Jaga Jazzist, μια που τη jazz έδειχναν να μπορούν να τη διαχειριστούν πολύ καλύτερα. Θα υπάρξουν και αρκετές ακόμα ακροάσεις και δεν αποκλείω την πιθανότητα να αλλάξω γνώμη, αλλά μέχρι στιγμής ούτε η διασκευή στο “21st Century Schizoid Man” φαίνεται να το διασώζει (και δεν μπορώ να μη φανταστώ ότι αν η διασκευή είχε γίνει πριν πέντε χρόνια, μάλλον στην θέση του θα ήταν το “The Court Of The Crimson King”). Από την άλλη πλευρά, οι Motorpsycho συνεχίζουν τον καταιγισμό κυκλοφοριών στην τελευταία περίοδο του συγκροτήματος και το “Heavy Metal Fruit” είναι για μια ακόμα φορά ομορφότατο. Μαζί μ’ αυτά ήρθε και η ακρόαση του Efterklang που τους απομακρύνει και αυτούς αρκετά από τις ημέρες του “Tripper”, αλλά συνεχίζω να λατρεύω και τη νέα τους κατεύθυνση. Ο τίτλος της ανακάλυψης των ημερών πάει στους Excepter και το διπλό φετινό τους album, “Presidence”, όπου η μουσική της εξάδας μου έφερε στο μυαλό εικόνες από την “Love’s Secret Domain” εποχή των Coil, κάτι που είχα πάρα πολύ καιρό να συναντήσω. Με σαφώς πιο noise και free καταβολές, οι κύριοι και κυρίες από το Brooklyn έχουν πολλά να πουν.

Κάπου εδώ και αφού έχουμε βάλει ήδη τη δεύτερη κούπα καφέ, μάλλον πρέπει να κλείσουμε για να πάμε να κάνουμε και καμιά δουλειά πριν μας πάρει το μεσημέρι. Και έβγαλε και ήλιο οπότε μάλλον πρέπει να κουνηθούμε όσο προλαβαίνουμε.

ποστ γεμάτο ουσία

•Ιανουαρίου 23, 2010 • Γράψτε ένα σχόλιο

from my window I can see the mountains in snow
from my window I will shut my eyes and let go
promise me you’ll always be around when I fall
and when I call

=))

old dog, new rituals

•Ιανουαρίου 19, 2010 • Γράψτε ένα σχόλιο

Ποτέ δεν θα πω όχι σε μια καλή δόση ψυχεδέλειας. Και αν τα Siena Root και Assemble Head In Sunburst Sound ήρθαν μαζεμένα στο τέλος της χρονιάς, η καινούρια ξεκινάει αρκούντως δυναμικά με το “New Rituals” των Mondo Drag. Ψυχεδέλειες του χαμού όπως ξέρουν καλύτερα από όλους να γράφουν οι φίλοι μας οι stoner-άδες, δηλαδή πιο πολύ Blue Cheer από ό,τι Pink Floyd, με μπόλικη βρωμιά και σαπίλα αλλά και ακόμα πιο μπόλικο trippy happy feeling.

Κατά τ’ άλλα μοιάζει να γίνεται ένας κακός χαμός κυκλοφοριών, βγάζουνε καινούριο οι Motorpsycho, βγάζουν καινούριο οι Shining, καινούριο οι Efterklang, καινούριο ο Tom McRae (για το οποίο θα μιλήσουμε αναλυτικότερα κάποια στιγμή), γενικά είναι ακόμα Ιανουάριος και τείνουμε να χάσουμε τη μπάλα. Αλλά μας αρέσει πολύ. Ελπίζω ότι αυτό θα μας κάνει να γράψουμε και περισσότερο τις επόμενες μέρες.

Προς το παρόν “Fever” και Sophie Millman και καναπές και σπιτικές απολαύσεις. Για μερικές ώρες ξεχνάμε τα πάντα.

and now for something not different at all

•Ιανουαρίου 16, 2010 • Γράψτε ένα σχόλιο

I was lookin’ back to see if you were lookin back at me
To see me lookin back at you