Maarja Nuut & Ruum, Muunduja, #05

•Δεκέμβριος 16, 2018 • Σχολιάστε

a3115864931_10

Νομίζω ότι δεν μπορεί να υπάρξει αναφορά σε μουσική εξ Εσθονίας χωρίς μια κλισέ αναφορά στο γνωστότερο της χώρας. Οπότε ας τη βγάλουμε από τη μέση νωρίς και ας πούμε ότι μάλλον τίποτα δε θα σας θυμίσει τον Arvo Pärt στο «Muunduja». Σε περίπτωση που δεν το κατάλαβε κάποιος, η χώρα καταγωγής της Maarja Nuut, αλλά και του συνοδού της στο δίσκο, Hendrik Kaljujärv (ή αλλιώς Ruum), είναι η Εσθονία. Το όνομά της είχε πρωτοακουστεί στον ευρύτερο indie κόσμο με το «Une Meeles» του 2016, ως μια από τις πιο ενδιαφέρουσες folk μουσικούς της γενιάς της, με τους περισσότερους να εντυπωσιάζονται τόσο από το βιολί της, όσο και από τη φωνή της.

Η συνεργασία με τον Ruum στο «Muunduja» δημιουργεί μια εξόχως αρμονική αντίθεση. Από τη μια οι σαφως παραδοσιακές μελωδίες της Nuut (σε βιολί και φωνή) και από την άλλη τα σύγχρονα synths του Ruum. Δεν ξέρω αν με επηρεάζει η συγγενής γλώσσα, αλλά αυτό που μου ρθε στο μυαλό για αρχή ήταν η Islaja, και ο δίσκος μοιάζει λίγο σαν συνδυασμός των δυο περιόδων της. Η πλευρά της Nuut θα σας θυμίσουν πιθανότατα πολλά από τα Βορειοσκανδιναβικά folk συγκροτήματα που χετε ακούσει στη ζωή σας. Εμένα π.χ. μου ρθαν για κάποιο ημι-απροσδιόριστο λόγο στο μυαλό (μάλλον λόγω του ήχου του βιολιού) οι Utla του Håkon Høgemo. Για να είμαι δίκαιος, πιστεύω ότι μεγάλο μέρος της ευθύνης για την επιτυχία του ταιριάσματος, την έχει ο Ruum, καθώς έχει καταφέρει να δώσει ένα πολύ ζεστό ήχο στα ηλεκτρονικό μέρη του, με αποτέλεσμα πουθενά να μην μοιάζουν με ξένο σώμα στις ιστορίες της Nuut. Η θέση του οδηγού κατά τη διάρκεια του δίσκου εναλλάσεται συχνά μεταξύ τους και έτσι, ενώ ο χρόνος του τραγουδιού μειώνεται, η εμφάνισή του αποκτά εντονότερη σημασία ακριβώς εξαιτίας αυτών τον παύσεων. Νομίζω ότι κάθε παραδοσιακή ιστορία σε μουσική μορφή στηρίζεται έντονα στην επανάληψη για το χτίσιμο της έντασης της και εδώ υπάρχουν λαμπρά δείγματα τέτοιων σημείων (όπως π.χ. τα πλήκτρα στο τέλος του «Mahe»). To «αιθέριος» είναι από τους λιγότερο αγαπημένους μου επιθετικούς χαρακτηρισμούς, αλλά εδώ δυσκολεύομαι να βρω κάποιον καλύτερο για το μεγαλύτερο μέρος του δίσκου, έστω και αν υπάρχουν και κάποιες πιο κορυφωτικές στιγμές όπως το πρώτο μισό του «Takisan». Ακόμα και αυτό όμως καταλήγει σύντομα σε μια ατμοσφαιρική αποδόμηση.

Τα εσθονικά (όπως και τα ξαδερφάκια τους, τα φινλανδικά) είναι απίστευτα μουσική γλώσσα, με τα βαθειά «L» τους και τα πολλά «U» τους και προσθέτουν από μόνα τους μια επιπλέον μαγεία στην διήγηση της Nuut (δεν θα πω ότι εχω ιδέα για τι πράγματα μιλάει φυσικά). Σε τραγούδια όμως όπως το «Kuud Kuulama» και το «Kurb Laulik» υπάρχει μια σχεδόν υπνωτική ροή των λέξεων που δεν σε αφήνει να ξεφύγεις. Ενα αλλο σημείο που αγαπώ σε δίσκους, είναι να κρατούν το καλύτερο κομμάτι τους για το τέλος και το «Muunduja» το κάνει. Το «Une Meeles» (επίσης ο τίτλος του προηγούμενου δίσκου της) είναι ένα ημι-ambient διαμάντι (no pun intended!) όπου τα δομημένα σε επίπεδα φωνητικά της Nuut συνοδεύονται από τους στατικούς θορύβους του Kaljujärv για να καταλήξει σε ένα αφαιρετικά αυτοσχεδιαστικό βιολιστικό μέρος πριν χαθεί και αυτό στη σιωπή.

Το «Muunduja» είναι Μεγάλος Δίσκος (πιθανότατα και με άλλα κεφαλαία γράμματα), ειδικά για αυτούς που η καρδούλα τους πεταρίζει για χιονισμένα τοπία και βορεινά δάση. Αναρωτιέμαι που θα πάμε από εδώ και μετά.

Hermit and The Recluse, Orpheus vs. The Sirens, #06

•Δεκέμβριος 15, 2018 • Σχολιάστε

The-Hermit-And-The-Recluse-Orpheus-Vs-The-Sirens-1534772614-compressed

Τα τελευταία χρόνια οι κουλ τάσεις του αμερικάνικου hip-hop φαίνεται να μοιράζονται ανάμεσα στους δυτικοακτέζους Kendrick Lamar & co, σε όλους αυτούς τους περίεργους (και ακατανόητους για μένα) πιτσιρικάδες με τα περίεργα κουρέματα και τα Lil’ something ονόματα και τις πιο pop-ίζουσες πτυχες με τους Drakes, τις Minaj και τις Cardi B αυτού του ντουνιά. Οι τελευταίοι είναι εκτός των νερών μου και πέραν 2-3 δοκιμαστικών ακροάσεων καινούριων κυκλοφοριών για εγκυκλοπαιδικούς λόγους, δεν έχω αφιερώσει ποτέ χρόνο. Τους δεύτερους δεν τους παλεύω καθόλου, ενώ με τους Καλιφορνέζους hip-hoppers δεν τα πήγαινα καλά ποτέ και στις προηγούμενες γενιές. Και τι φταίμε εμείς που σαι περίεργος θα πει κάποιος, αλλά τι να κάνεις, αυτή είναι η ζωή. Από τότε που άρχισα να εκτιμώ το hip-hop ως ήχο, πάντα με έλκυαν περισσότερο οι πιο κλασσικοί Νεουορκέζικοι ήχοι (με μεγαλύτερη αγάπη μάλλον τους Wu Tang Clan και τα παρακλάδια τους) και στη δεκαετία που διανύουμε, νομίζω ότι το μόνο mainstream hot όνομα της περιοχής είναι o Childish ο Gambino, το οποίο επίσης δεν έχω καταφέρει βέβαια να εκτιμήσω μετά από μπόλικες προσπάθειες (ναι, ξέρω, είμαι απάλευτος γεροπαράξενος).

Ελαφρώς κάτω από την επιφάνεια βέβαια (όπως και σε όλα τα είδη) δεν έχουν σταματήσει να γίνονται ενδιαφέροντα πράγματα και να βγαίνουν αριστουργήματα και αριστουργηματάκια. Τον Kasheem Ryan (κατά κόσμον Ka) τον έμαθα πρώτη φορά με το προπέρσινο «Honor Killed The Samurai», λογικά μετά από καμιά ενθαρρυντικά περιγραφική κριτική στο Pitchfork ή στο Quietus και ο δίσκος έλιωσε αρκετά εκείνη τη χρονιά. Είχε όλα τα στοιχεία που βρίσκω γοητευτικά σε κάποιον μουσικό του είδους: ατμόσφαιρα, μελωδίες, περισυλλογή και πλήρη απουσία φανφάρας στον λόγο του. Στα συν ότι κάτι η θεματική, κάτι ο ήχος έφερναν στο μυαλό τους Wu Tang Clan και τις μετέπειτα δουλειές του GZA. Φέτος λοιπόν, ο πυροσβέστης φίλος μας, συνεργάστηκε με τον παραγωγό Animoss και ως Hermit And The Recluse (υπέροχος πλεονασμός το όνομα εντωμεταξύ), άφησαν τις Γιαπωνίες και αποφάσισαν να πιάσουν τον (ομολογουμένως και αναμενόμενα πολυτραγουδισμένο) Ορφέα για να στήσουν τις αστικές αλληγορίες τους. Ως ιδέα, μπορεί να είναι κάπως πολυδουλεμένη, αλλά από την άλλη, όλα παίζονται στη ματιά του δημιουργού και δεν θα κουράζομαι ποτέ να αναφέρω ως παράδειγμα το «Hadestown» της Anais Mitchell, ο οποίος ηταν αυθεντικά αριστουργηματικός concept δίσκος.

To «Orpheus vs The Sirens» ευνοείται από ένα υποδειγματικό ταίριασμα ανάμεσα στους δυο δημιουργούς του. Από τη μια ο Ka περισσότερο μονολογεί τους συλλογισμούς του, παρά φτύνει ρίμες, μιλάει στον εαυτό του, επιμένει σε επαναλαμβανόμενες φράσεις (όπως το «we made it through» στο «Fate), μοιάζει με άνθρωπο που απλά προσπαθεί να ξεδιαλύνει τις σκέψεις του. H παραγωγή του Animoss από πίσω, μπορεί να χαρακτηριστεί μόνο ως αρχοντική. Συναισθηματική χωρίς να γίνεται μελό, πλούσια χωρίς να γίνεται παραφορτωμένη, δουλεμένη χωρίς να γίνεται αποστειρωμένη. Ο δίσκος είναι μια ανασκόπηση ζωής (άλλωστε πλησιάζει τα 50 πλέον ο Ka), από κείνες που όλοι νιώθουμε την ανάγκη να κάνουμε κάποια στιγμή, απλά χωρίς τόσο ταλέντο και λυρισμό στη γραφή. Τελικά αυτό που σε κερδίζει ολοκληρωτικά, πέραν της μουσικής είναι αποσπάσματα όπως αυτό στο (συγκλονιστικά sample-αρισμένο) «Golden Fleece»:

«I want compassion from the highest
Food for the lowest
Cures for the afflicted
Rooves for the homeless
Direction for the misled
Heat for the coldest
Love for the lonely
Peace for the soldiers
«

Θα τολμήσω να κάνω μια ακόμα αναλογία στο μυαλό μου και εδώ και θα πω ότι το «Orpheus Vs. The Sirens» φέρνει στο μυαλό το μεγαλειώδες εκείνο soundtrack του Ghost Dog, είναι γεμάτο με την ίδια νύχτα, είναι γεμάτο με τους ίδιους μονολόγους του πρωταγωνιστή, είναι γεμάτο με την συνειδητοποίηση ότι συνεχίζεις ακόμα και αν δεν βλέπεις διέξοδο, γιατί, τελικά, τι άλλο να κάνεις;

Splashgirl, Sixth Sense, #07

•Δεκέμβριος 14, 2018 • Σχολιάστε

HUBROLP3587-1024x1024

Μου χε κάνει εντύπωση ότι δεν είχα πετύχει νωρίτερα τον όρο post-jazz, αν και βλέπω οτι χρησιμοποιείται κατά κόρον για να περιγράψει τους Νορβηγούς. Επίσης ας είμαστε ειλικρινείς, σιγά μην υπήρχε λίστα χρονιάς που δεν θα περιείχε κάποιους Νορβηγούς. Η Hubro είναι από τις πλέον αγαπημένες εταιρείες τα τελευταία χρόνια και οι Splashgirl από τα πιο εμβληματικά σχήματά της. Ο όρος post-jazz, όσο άχρηστος μπορεί να είναι για να περιγράψει την μουσική ενός συγκροτήματος, τόσο νόημα βγάζει ως περιγραφή των περισσότερων μουσικών της Hubro, αφού τους ακούσεις φυσικά. Οι Splashgirl έχουν την πιο κλασσική σύνθεση ενός jazz trio, πιάνο/μπάσσο/ντραμς. Οι Splashgirl βέβαια ποτέ δεν ήταν ένα κλασσικό jazz trio και όσο περνάει ο καιρός φαίνεται να νιώθουν περισσότερο την ανάγκη του πειραματισμού με τον ήχο τους.

Το «Sixth Sense» είναι μάλλον το πιο ξεκάθαρα αυτοσχεδιαστικό album τους και το πιο αφαιρετικό ως προς την προσέγγιση των συνθέσεων. Αυτό το ενισχύει μάλλον και η πληθώρα επιρροών και διαφορετικών στυλ ακόμα και στην διάρκεια ενός μόνο κομματιού (μεγάλο παράδειγμα το «Broken» π.χ.). Το στοίχημα νομίζω σε κάτι τόσο «απλωμένο» είναι να μην ακούγεται μόνο ως παντελής απώλεια κατεύθυνσης και σκοπού, πράγμα που δεξιοτεχνικά αποφεύγουν οι φίλοι μας οι Splashgirl. Δεν είμαι από αυτούς που αγαπάνε τους ακραίους αυτοσχεδιασμούς τύπου Derek Bailey, αλλά δεν μπορώ παρά να απολαύσω την ελευθερία που παρέχει στη δημιουργικότητα των μουσικών η σποραδική καταπάτηση των κανόνων. Λεπτές ισορροπίες που όμως όταν επιτευχθούν φέρνουν μεγάλη ανταμοιβή. Σε επίπεδο ύφους, ο δίσκος γίνεται άλλοτε σκεπτικά διαλεκτικός (το πρώτο μέρος του «Broken»), άλλοτε στριφνά απειλητικός (το «Monsoon»), άλλοτε ευπρόσδεκτα γαλήνιος (το «Half Self» με τον διάλογο ανάμεσα στο υπέροχο μπάσο και στην σχεδόν Jarmusch-ική κιθάρα του Myhre), αλλοτε φουτουριστικά συνθετικός (όπως στο «Taal Caldera»). Μεγάλο προσόν φυσικά και ότι οι Splashgirl έχουν βρει στο πρόσωπο του Randall Dunn και ένα παραγωγό που και φαίνεται να τους καταλαβαίνει απόλυτα και τους βοηθάει να βγάζουν κυκλοφορίες που δεν χάνονται στις υφολογικές εναλλαγές τους.

Το 2018 φαίνεται μια ακόμα καλή χρονιά για τη Hubro και μάλιστα προσφάτως βγήκε και το νέο album των Møster (το βασικό group του Kjetil Møster των The End που προηγήθηκαν σε τούτη δω τη λίστα), και το «Sixth Sense» είναι ό,τι καλύτερο έβγαλε η εταιρεία φέτος. Δεν ξέρω αν είναι καλή εισαγωγή για τους Splashgirl, αλλά σίγουρα είναι ευοίωνο δείγμα για την μελλοντική πορεία τους.

Ambrose Akinmusire, Origami Harvest, #08

•Δεκέμβριος 13, 2018 • Σχολιάστε

01

Το προ τεσσάρων χρόνων «The Imagined Savior Is Far Easier To Paint» ήταν μεγάλος δίσκος, μεγάλος για τα δεδομένα περισσοτέρων του ενός μουσικών ειδών. Το «Origami Harvest» εκτοξεύεται ακόμα πιο ψηλά («we are the universe» λέει εξάλλου ο Kool A.D. στο «A blooming bloodfruit in a hoodie»). O συνδυασμός jazz και hip-hop έχει βγάλει αριστουργήματα (θα ξαναθυμηθώ το «Knives From Heaven» του Matthew Shipp με τους Antipop Consortium π.χ.) και εδώ ο αμερικάνος τρομπετίστας καταφέρνει να κάνει κάτι ακόμα πιο δύσκολο. Συνδυάζει την jazz του με το hip-hop και την μουσική δωματίου προσθέτοντας τα έγχορδα των Mivos Quartet στη συνταγή (και μάλιστα δίνοντάς τους σε αρκετά σημεία), ενώ την παλέτα συμπληρώνουν οι Sam Harris στο πιάνο και Marcus Gilmore στα drums (με τον τελευταίο να δημιουργεί μια ευφάνταστη εισαγωγή στο «Miracle and Streetfight»).

Και μόνο το γεγονός ότι ο Akimunsire κατάφερε να συνδυάσει τόσα (τουλάχιστον φαινομενικά) ετερόκλητα στοιχεία λέει πολλά για τις ικανότητες και το όραμά του. (Ελαφρώς) αναμενόμενα ο δίσκος διακατέχεται από την κοινωνικοπολιτική φόρτιση των τελευταίων χρόνων, χωρίς όμως να εκφράζει επιθετικότητα, αλλά περισσότερο μια σκεπτικά θυμωμένο προβληματισμό («an almost resigned defiance» έγραψε πολύ ταιριαστά ο Jon Turney στο London Jazz News). O δίσκος πηγαίνει από αφαιρετικά free jazz σημεία σε ορχηστρικές μελωδίες με περισσή ακροβατική άνεση και ο Kool A.D. παραμονεύει για να εκφράσει τις ιδέες που είχε ανάγκη να εκφράσει ο δίσκος (στην τριλογία που ανοίγει το δίσκο). Και αν το «Particle/Spectra» είναι το πιο «κλασσικό» jazz κομμάτι του, οποιαδήποτε αμφιβολία για το τι θέλει να πει το «Origami Harvest» εξανεμίζεται στο «Free, White and 21» και στον κατάλογο των νεκρών του. Χωρίς να θέλω να συγκρίνω απαραίτητα την γραφή, θα πω ότι μου έφερε λίγο στο μυαλό το «The Weary Blues», το album του Langston Hughes με τον Charles Mingus.

Δεδομένου ότι ο Akimunsire συμπεριλαμβάνεται σε μια γενιά jazz μουσικών όπως ο Kamasi Washington ή ο Thundercat, μου κάνει λίγο εντύπωση που δεν μνημονεύεται τόσο συχνα όσο αυτοί. Και αν ο Καμασης θα βρεθεί σε πάμπολλες λίστες (και φέτος) με το «Heaven And Earth (όχι αδίκως), εγώ θα πω ότι το «Origami Harvest» μίλησε πολύ περισσότερο στην καρδούλα μου και θεωρώ ότι έχει κάπως περισσότερα πράγματα να μας πει γενικά. Μουσικά και λεκτικά.

Aaron Martin, Touch Dissolves, #09

•Δεκέμβριος 12, 2018 • Σχολιάστε

a2468269419_16

H ΙΙΚΚΙ είναι ένα πολύ ενδιαφέρον project/εταιρεία. Η κυκλοφορίες της έχουν πάντα δυο μέρη, ένα εικαστικό και ένα μουσικό, καθώς όπως λένε οι ίδιοι πρόκειται για διαλόγους μεταξύ δυο καλλιτεχνών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο αμερικάνος τσελίστας Aaron Martin βρίσκεται απέναντι στον τούρκο φωτογράφο Yusuf Sevincli, με ένα δίσκο απέναντι σε ένα album φωτογραφιών. Αλλά μια που εδώ λέμε για μουσική, θα μιλήσω μόνο για το κομμάτι του Martin. O Martin ανήκει (στο μυαλό μου τουλάχιστον) σε αυτή την γενιά ambient/νεοκλασσικών μουσικών που έχουν κάνει πάταγο στις μικροανεξάρτητες εταιρείες και σκηνές. Φυσικά και έχει συνεργαστεί με πολλούς της παρέας (το Christoph Berg, τον Dag Rosenqvist στους From The Mouth Of The Sun κλπ.), εχει καταφέρει σε 12 χρόνια να βγάλει καμια 15αριά album και μπόλικα ep, ενώ φέτος έχει βγάλει ένα ακόμα δίσκο στην Preserved Sound, που μόλις συνειδητοποίησα ότι δεν έχω ακούσει και άρα μάλλον δεν θα συμπεριληφθεί σε τούτη τη λίστα.

Στο «Touch Dissolves» ο Martin ξεδιπλώνει το ταλέντο του τόσο ως μουσικός, όσο και ως παραγωγός/ενορχηστρωτής, καθότι η απλότητα που χαρακτηρίζει τη μουσική του θέλει τρομερή μαεστρία για να την κάνεις πλούσια, αλλά διακριτική. Το τσέλο του φυσικά βρίσκεται στην καρδιά των περισσότερων συνθέσεων, αλλά το συνοδεύουν, άλλοτε από το βάθος, άλλοτε σχεδόν καλύπτοντάς το, τόσο άλλα κλασσικά όργανα όσο και διάφοροι ηλεκτρονικοί ήχοι. Από τις συνεχείς νότες του «A child’s arms are moonlight», στο κρεσέντο του «The space above overflowing», στη γλυκύτητα του «Water reads what fingers have written», στην ορχηστρικότητα του “Falling From The Feet Of Sunlit Bodies”, στην κιθάρα του “To Stems Unclasped The Petals Cling” (με ένα σημείο που θυμίζει την πολύ ηρεμία των GY!BE), στις αντηχήσεις του “Guarded Eyes Make Curtains Blossom” και, τέλος, στο αναπτερωτικό organ drone του «A Hand That Teaches, A Branch That Sings», ο δίσκος είναι σαφώς soundtrack-ικός, αλλά από την άλλη αυτό είναι κάτι που μπορεί να ειπωθεί σχεδόν για κάθε ambient κυκλοφορία (εδώ που τα λέμε η ίδια η ταμπέλα το εμπεριέχει).

Η αλήθεια είναι ότι το «Touch Dissolves» δεν θα σου κάνει την ίδια καλή παρέα όλες τις ώρες. Έχοντας δοκιμάσει να το ακούσω συνέχεια τις τελευταίες ημέρες, είναι εμφανές ότι αν δεν είσαι αφοσιωμένος και με αρκούντως σκεπτική διάθεση, θα σου ξεγλυστράει πολύ συχνά και πολύ εύκολα. Αν όμως επικεντρωθείς στις λεπτομέρειες, θα ξεδιπλώσει όλη την ομορφιά του, και αυτή είναι πολλή. Εξίσου σκιώδες με τις φωτογραφίες του Sevincli και σταθερά καθηλωτικό όπως σχεδόν όλες οι δουλειές του Martin.

The Necks, Body, #10

•Δεκέμβριος 11, 2018 • Σχολιάστε

a3079202239_10

Οι Necks είναι μεγάλοι. Οι Necks ορίζουν το power trio έστω και αν συνήθως ψιθυρίζουν. Οι Necks έχουν κυκλοφορήσει τόσα album που δυσκολεύομαι να πω ότι κατέχω σε βάθος τον κατάλογό τους. Οι Necks έχουν περίεργη σχέση με τη jazz, σχεδόν παίζοντας κρυφτό μαζί της και αποφεύγοντας επιδέξια να ξεκαθαρίσουν αν την υπηρετούν ή όχι. Οι Necks αγαπούν την επανάληψη. Οι περισσότεροι δίσκοι τους είναι δομημένοι γύρω από αυτή. Οι Necks αγαπούν την ροή. Δεν υπάρχουν διακοπές στους δίσκους τους, μόνο πρόοδος προς την κατάληξη. Οι Necks επίσης αγαπούν την ησυχία. Στις περισσότερες των κυκλοφοριών τους, έβρισκαν ένα θέμα και το εξέλισσαν στη διάρκεια του δίσκου με πολύ, πολύ μικρές, σχεδόν ανεπαίσθητες πινελιές διαφοροποίησης. Ή μάλλον αγαπούσαν την ησυχία. Στο «Body» αποφασίζουν για κάποιο λόγο να ξεσαλώσουν. Το εντυπωσιακό είναι ότι το κάνουν αδιανόητα καλά.

To «Body» νοητά μπορεί να χωριστεί σε τρία μέρη. Το πρώτο και το τρίτο είναι κοντά σε αυτό που μας έχουν συνηθίσει οι Necks, ντελικάτο, μινιμαλιστικό, κυκλικό και διακριτικό. Το μεσαίο μέρος είναι κάτι πολύ διαφορετικό. Χτίζει σταδιακά μια ένταση και οδηγείται σε ένα ξέσπασμα που καταφέρουν να κρατήσουν για μια ξεσηκωτική χρονική διάρκεια. Για 15 περίπου λεπτά οι Necks μεταμορφώνονται σε μια σχεδόν (post) rock μπαντα και μάλιστα πρώτης διαλογής. Πιάνο, μπάσο, ντραμς και η κιθάρα του Buck φωνάζουν και ξαναφωνάζουν και ξαναφωνάζουν σε μια κορύφωση που οδηγεί το δίσκο σε άλλο επίπεδο. Οι Necks πάντα έβγαζαν τρομερά ποιοτικούς δίσκους, αλλά η φύση του στύλ τους σε έκανε να ξέρεις λίγο πολύ τι να περιμένεις, έστω και αν αφιέρωνες κάθε φορά άπειρες ακροάσεις για να ανακαλύψεις όλα εκείνα τα δομικά μικροστοιχεία που σχημάτιζαν το σύνολο. Το «Body» ανατρέπει αρκετά τα δεδομένα και ακούγεται ταιριαστά απειλητικό ως soundtrack μιας χρονιάς που δεν άλλαξε τη διαδοχή κακών και ανάποδων χρονιών. Από μια μερια το λες και ελαφρώς ανησυχητικό ότι μέχρι και οι Necks αποφάσισαν να ξεσπάσουν. Το «The Body» πλέον συμπεριλαμβάνεται ανάμεσα στις πιο φωτεινές στιγμές τους και πλέον με έχει κατακλύσει ανυπομονησία για το επόμενο βήμα.

Emma Ruth Rundle, On Dark Horses, #11

•Δεκέμβριος 10, 2018 • Σχολιάστε

a4234956256_10

Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που κατάφερε να δει την Rundle πέρισυ ως support στους Woven Hand, έστω και αν δεν ήταν στην καλύτερη μέρα της (κάτι ο τραυματισμός, κάτι το ότι δεν είχε μπάντα από πίσω). Πρέπει να είμαι από τους λίγους που δεν έμαθε την Rundle από τους Red Sparowes, καθότι στο τρίτο αλμπουμ τους είχα πάψει πια να τους παρακολουθώ μετά το ψιλοβαρετό δεύτερο, αλλά, αν δεν κάνω λάθος, μια πρόταση φίλου με οδήγησε στο «Some Heavy Ocean» το 2014, στο οποίο με εντυπωσίασε τρομερά και η εξυπνότατη χρήση της κιθάρας από την Rundle και οι δυναμικές του δίσκου και η γενικότερη minimal συνθετική προσέγγιση. Ήταν από εκείνα τα ευχάριστα δύσκολα να περιγραφούν album, στα οποία ακούς τις post rock επιρροές χωρίς να είναι σε καμιά περίπτωση post rock. To προπέρσινο «Marked For Death» ήταν ακόμα καλύτερο, πιο έντονο, πιο μαύρο, πιο γενικά.

Πιστεύω ότι πρέπει να ναι αρκετά αγχωτική η διαδικασία δημιουργίας του διαδόχου ενός τόσο καλού δίσκου, αλλά από την άλλη πιστευω ότι η Rundle δεν στερείται ταλέντου για να τα φέρει σε πέρας. Και η αλήθεια είναι ότι τα έφερε. Το «On Dark Horses» είναι σαφώς διαφορετικό του προηγούμενου, μου ακούγεται σαφώς πιο ξεσηκωτικό, έστω και αν δεν το λες χαρούμενο σε καμιά περίπτωση. Επίσης μου δίνεται η εντύπωση ότι η Rundle άφησε λίγο κατά μέρος την δημιουργία κομματιών βασισμένων σε ένα κιθαριστικό μέρος και έγραψε περισσότερο τραγούδια. Ίσως σε αυτό συνέβαλε και η συμμετοχή του Patterson (αυτού των Jaye Jayle που βρήκαμε νωρίτερα) που ανέλαβε (για πρώτη φορά) μέρος των κιθαριστικών σημείων και μάλλον οδήγησε την Rundle να δώσει μεγαλύτερο βάρος στην τραγουδιστική της ερμηνεία. Κατά μια έννοια αυτός είναι μάλλον ο pop δίσκος της, και γι’ αυτό το λόγο είναι ίσως αυτός που θα της δώσει μια ώθηση να γίνει πιο γνωστή και παραέξω από το (μετα)post rock συνάφι.

Η Rundle γνωρίζαμε ότι ήταν μεγάλη κιθαρίστρια και ότι είχε γοητευτικότατη φωνή, εδώ αποδεικνύει ότι είναι και μεγάλη ερμηνεύτρια. Ευελπιστώ κάποια στιγμή στην επιστροφή της με κανονικό συγκρότημα για συναυλία ώστε να μην μείνουμε παραπονεμένοι. Και κάπως έτσι, τέλειωσε και η πρώτη δεκάδα της λίστας.