Treetop Dogmas From Tristan De Cunha

•Μαΐου 8, 2017 • 2 Σχόλια

Πριν απο πολλά χρόνια τα οποία ίσως είναι πλέον δεκαπέντε, είχα διαβάσει σε εγχώριο μουσικό έντυπο ένα ωραίο αφιέρωμα στις ημέρες και τα έργα του Sven Erik Kristiansen, και ένα απο τα λεγόμενά του μου καρφώθηκε στο μυαλό για καιρό. Για να μην κάνω το κείμενο να φαίνεται με το ζόρι ψαγμένο, ο Sven Erik Kristiansen υπήρξε τραγουδιστής των Mayhem και διατηρούσε το ψευδώνυμο Maniac. Επίσης έπαιρνε γουρουνοκεφαλές απο χασάπικα για να τις τοποθετήσει στη σκηνή και τύλιγε με σύρμα όλο του το σώμα ώστε να γδέρνεται και να ματώνει καθ’ όλη τη διάρκεια των εμφανίσεών του. Το ημερολόγιο γράφει 2017, οι Mayhem θα εμφανιστούν με άλλο τραγουδιστή σε λίγες μέρες στην Αθήνα, και επειδή όπως και εγώ ουδείς νοιάζεται στα αλήθεια, φτάνω ιδρωμένος στο λεγόμενο: Δε θυμάμαι την ακριβή διατύπωση, αλλά στο αφιέρωμα -το οποίο ήταν στο metal hammer, για να μην συνεχίσω να κάνω το κείμενο να φαίνεται με το ζόρι ψαγμένο- αναφερόταν πως πίσω στο 1996, ο εν λόγω καλλιτέχνις είχε ηχογραφήσει μαζί με τον Carl Michael Eide των Ved Buens Ende ένα album πειραματικής μουσικής «που θα έκανε ακόμα και τον Arne Nordheim να ντραπεί».

Όσο και να σκέφτηκε ο έφηβος εαυτός μου δε μπορούσε να αντιστοιχίσει το όνομα του Arne Nordheim με κάποια άλλη νορβηγική black metal μπάντα της εποχής που θα μπορούσε να ντραπεί απο την πρότερη και ακυκλοφόρητη τέχνη ενός Maniac, στα πλαίσια κάποιου ιδιότυπου diss. Στην αρχή μάλιστα μου πέρασε απο το μυαλό πως ο ίδιος ο Maniac ήθελε να κάνει το σχόλιό του να φανεί πιο ψαγμένο (όπως δεν κάνω εγώ τώρα με το κείμενό μου, να τα λέμε όλα) και να ανέφερε κάποιον Hell Pyrolator InFaustoghell με το κανονικό του όνομα. Όπως και να χει, κόντρα σε όλες τις προβλέψεις σχετικά με διαχείριση πληροφορίας σε δεδομένη εγκεφαλική χωρητικότητα, το όνομα του Arne Nordheim μου έμεινε στο μυαλό. Περίπου τον ίδιο καιρό, συνηθίζαμε με τον Κώστα να πραγματώνουμε ορισμένες δαιδαλώδεις (και για καιρό σε εβδομαδιαία βάση) βόλτες στα αθηναϊκά δισκάδικα. Μιας και η ανάγκη για κάπως πιο περίεργα albums είχε γεννηθεί, μια απο τις στάσεις ήταν οι επάνω άδειοι όροφοι του Metropolis. Και περίοπτη θέση εκεί είχε η στήλη της Rune Grammofon. Η γνωστή σε όλους μας Rune Grammofon ήταν και τότε γνωστή σε όλους, απλά εμείς αρχίσαμε κάπου τότε να την εξερευνούμε πέρα απο τα όρια του namedropping. Χαρακτηριστικά της οι μονίμως πανάκριβες τιμές (η αναλογία ήταν ένα cd της Rune για τρία οποιαδήποτε άλλα), μια περίεργη γεωμετρική και λιτή απεικόνιση των εντελώς minimal digipacks και ένας χαρούμενος ωκεανός άγνωστων ονομάτων για εξερεύνηση. Και δίπλα στη Maja Ratkje (που την ξέραμε) και τους διάφορους αγνώστους Alog, Supersilent, Arve Henriksen και Phonophani, πιάνω -που λέτε- μια μέρα στα χέρια μου ένα cd των Biosphere και Deathprod με τίτλο «Nordheim Transformed». ΚΛΙΚ. Τον Biosphere τον γνώριζα, τον/τους Deathprod όχι, αλλά αυτό το cd θα μπορούσε να έχει σχέση με αυτό που είχε πει ο Maniac στο αφιέρωμα, το οποίο για κάποιο διεστραμμένο λόγο συνέχισε να κουβαλάει ακόμα κάποια σημασία. Κάποιες ώρες αργότερα, και πολλά ευρώ (τα οποία ίσως ήταν τριάντα) φτωχότερος, βρισκόμουν σπίτι, είχα ανοίξει το cd, το είχα βάλει στο cd player και στις -κλασικά- ελάχιστες πληροφορίες εντός αναφερόταν όντως το όνομα του Arne Nordheim και η remix συλλογιστική στο έργο του απο τον Biosphere και τον Deathprod. Και το σχόλιο που έκανα στον εαυτό μου…. **ναι, αναγνώστη, γνωρίζω πως αυτό το κείμενο έχει λιγότερο ενδιαφέρον ακόμα και απο την επικείμενη εμφάνιση των Mayhem το 2017 στην Αθήνα**….ήταν πως για να καταλάβω τι γίνεται σε αυτό το album πρέπει να ακούσω τόσο κάποια μουσική του Arne Nordheim, όσο και του Deathprod. Και η Rune Grammofon με βοήθησε και στα δύο, καθώς τόσο ο μεν όσο και ο δε είχαν δισκογραφήσει πολύ σημαντικά έργα τους στην εταιρία. Περισσότερο όμως με βοήθησε το audiogalaxy, διότι όρεξη για όλα αυτά υπήρχε, αλλά χρήματα ίσως όχι.

Ο Arne Nordheim, ας το πάρει το ποτάμι (το Glåma), ήταν ο διασημότερος σύγχρονος συνθέτης που έβγαλε η Νορβηγία και ένας απο τους σημαντικότερους στην ιστορία της μουσικής, κατά τη γνώμη του ενήλικα πια εαυτού μου. Το έργο του σε ποσότητα είναι τεράστιο, και μου πήρε πολλά χρόνια τόσο για να το εντοπίσω όσο και για να το καταλάβω. Συνέθεσε απο πρώιμη ηλεκτρονική μουσική ως musique concrète, του άρεσε ιδιαίτερα η ηχητική εξερεύνηση της νορβηγικής παράδοσης, η ηλεκτροακουστική μουσική και η μίξη της ορχήστρας με την ηλεκτρονική σύνθεση. Πέθανε στις 5 Ιουνίου του 2010, ο ήχος του ήταν πρωτοποριακός, ενώ θα ήθελα να γράψω ένα κείμενο ξεχωριστά για το Epitaffio ή για το τι νιώθω όταν ακούω το Electric και πως ηχεί ένας Arne Nordheim στα αυτιά μου. Αλλά όχι στα πλαίσια αυτής της δημοσίευσης.

Γιατί αυτή η δημοσίευση είναι για τον Deathprod.

Ιδιαιτέρως πιο εύκολα ήρθα σε επαφή με τα albums του Deathprod. Πιθανώς επειδή απευθύνεται σε κοινά με τα οποία θα μπορούσα να έχω συνυπάρξει, σε σχέση τουλάχιστον με τα αντίστοιχα του Nordheim. Deathprod είναι το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Helge Sten, μουσικού παραγωγού της Rune Grammofon, μέλους του τρελαμένου avant garde / free jazz / improv τρίο των Supersilent και στενού συνεργάτη / μηχανικού ήχου των υπέροχων Motorpsycho. Ως Deathprod ηχογραφεί απο το 1991 και η κοντινότερη ταμπέλα στην οποία μπορώ να εντάξω αυτό που κάνει είναι η dark ambient, γεγονός που με δυσαρεστεί λίγο επειδή συνήθως ισοδυναμεί με πολύ συγκεκριμένα και ανεκδιήγητα πράγματα. Ο βασικός πυρήνας του έργου του είναι οι τρεις δίσκοι Treetop Drive (1994), Imaginary Songs From Tristan Da Cunha (1996) και Morals And Dogma (2004). Τρεις δίσκοι διαφορετικοί σε σύλληψη, με κοινή συνιστώσα το άγριο σκοτάδι και την κηδειακή μελαγχολία που χαρακτηρίζει τη μουσική σε όλη της τη διάρκεια. Τους δύο πρώτους δίσκους του μπορεί να τους ακούσει κανείς σε οποιαδήποτε experimental και drone δισκογραφικά πεδία απο τα 00’s και έπειτα, οπότε και η λέξη ambient ήταν τόσο παράλογα πολύ χρησιμοποιημένη, και τελικά παρωχημένη για να περιγράψει οτιδήποτε. Το Treetop Drive για παράδειγμα (και ειδικά το κομμάτι Towboat), είναι όλοι οι Ulver των Silence Teaches You How To Sing και Silencing The Singing. Στο Morals And Dogma νομίζω πως οι ιδέες του τελειοποιήθηκαν και ορίζουν ένα σχεδόν δικό τους μουσικό υβρίδιο με την μαστόρικη χρήση των εγχόρδων (εκείνο το βιολί δε θα το ξεπεράσω ποτέ) απέναντι στην παλαιότερα ταιριαστή μεν, αλλά κάπως ξεπερασμένη πια 90’s ambient-ίλα, που στα πρώτα χρόνια πήγαινε χέρι χέρι με τα διάφορα IDM, για να καταλήξει ως το post άκουσμα των post rockers (όταν το είδος επιτέλους πέθανε) στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας. Ο Deathprod δεν δισκογραφεί συχνά, αλλά όταν το κάνει τα πράγματα είναι μεγαλειώδη. Και ελλείψει ποιοτικού κριτηρίου, εντυπωσιασμένος απο αισθητικά κριτήρια ως επι το πλείστον, όταν πρωτοάκουσα τον Deathprod δεν είχα νιώσει όσο σήμερα το γιατί το έργο του είναι μείζονος σημασίας σε σύγκριση με αυτό των λοιπών ηχητικών του συνοδοιπόρων που κάποτε καταλάβαινα στο μυαλό μου ως «σκηνή». Άρχισα να το αντιλαμβάνομαι όταν το Dead People’s Things με στοίχειωνε (να βρω άλλο ρήμα, τι «με στοίχειωνε», πάμε καλά;) με εξουθένωνε ψυχικά κάθε φορά που οι υπόλοιποι απλά περιτριγύριζαν ή απεικόνιζαν μόνο το συναίσθημα αυτό καθεαυτό. Συνέχισα να το αντιλαμβάνομαι όταν συνειδητοποίησα τι ακριβώς συνέβαινε στο The Contraceptive Briefcase II (από το Imaginary Songs From Tristan Da Cunha), μια τριαντάλεπτη ηχογράφηση για πέντε φωνές, glass harp και theremin, ηχογραφημένο ζωντανά για το Norwegian Broadcast Corporation. Άρχισα να πείθομαι όταν ξεκίνησα να μελετάω περισσότερο τον Arne Nordheim και τον Harry Partch με τα αυτοσχέδια όργανά του, τις δύο κύριες επιρροές δηλαδή του Helge Sten στη συνθετική του δημιουργία. Βεβαιώθηκα, όταν είδα ζωντανά τον Deathprod στο Μέγαρο Μουσικής πριν μερικά χρόνια και με αποτελείωσε. Το μεγαλείο αυτού του ανθρώπου το βίωνα σταδιακά με την πάροδο των ετών, και ήταν σχεδόν πρωτόγνωρο για μένα πως με τον καιρό ο ενθουσιασμός μου όχι μόνο δεν έφθινε, αλλά έβρισκε τρόπους να αυξάνεται: Κάτι μεγάλο, κάτι πάρα πολύ σπουδαίο γίνεται εδώ.

Ουδέποτε αγόρασα κάποιο άλλο cd του Deathprod. Οι εκδόσεις παρέμεναν πανάκριβες, και για σπάσιμο ποτέ δεν τις πετύχαινα και τις τρεις μαζί. Επίσης με το πέρασμα των χρόνων είχα αρχίσει να τις έχω ανάγκη σε βινύλιο (ξέρω, ξέρω, ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω), πράγμα που ποτέ δε συνέβη. Η μουσική βιομηχανία είχε αποφασίσει πως χρειαζόμασταν square pant lathe του Spongebob και audiophile pressing του soundtrack του Home Alone, αλλά η τριλογία του Deathprod ήταν καταδικασμένη στην αφάνεια, στη λήθη, σε μικρά αφιερώματα απο μέτρια blogs με ξεχασμένα references στο High Fidelity. Kαι σε cd. Ακόμα και όταν η Touch Records ανακοίνωσε την -πολύ μέτρια δυστυχώς- νέα συνεργασία του Sten με τον Biosphere με τίτλο Stator το 2015, ακύρωσε τη βινυλιακή έκδοση πέντε μέρες μετά. Μονάχα η εταιρία της συζύγου του Susanna (ναι, η γνωστή Susanna And The Magical Orchestra της καρδιάς μας) εμπιστεύτηκε μια αυστηρά βινυλιακή έκδοση στον Deathprod, και αυτή αφορούσε σε ένα πραγματικό μυστήριο της μουσικής ιστορίας, τη live συνεργασία του Deathprod με τον John Paul Jones των Led Zeppelin (ναι, ήταν ο περίεργος των Zeppelin, δεκτόν, αλλά και πάλι), με το εντελώς ΓΙΑΤΙ όνομα Minibus Pimps, ηχογραφημένη στο Café OTO του Λονδίνου κάπου το 2013. Πρόκειται για ένα εκπληκτικό δίσκο, με τον JPJ να μην ακούγεται ούτε λίγο, και στην ουσία να μιλάμε για ένα καθαρόαιμο αλλά ανεπίσημο Deathprod album, που για λόγο τόσο ανεξήγητο όσο και το όνομα του project, δεν άκουσε ποτέ κανείς.

Είναι καιρός και έχει γυρίσματα: η Smalltown Supersound, μετά απο εκατό χρόνια κάνει το απαραίτητο. Δεν ξέρω αν βρισκόμαστε στα πρόθυρα ενός τέταρτου album ή απλά τα αυτονόητα άρχισαν να είναι όντως αυτονόητα, αλλά τα Treetop Drive, Imaginary Songs From Tristan Da Cunha και Morals and Dogma χώρεσαν σε πέντε βινύλια και είναι πλέον μαζί μας. Αυτό ήταν κάτι που προσωπικά περίμενα πάρα πολλά χρόνια, με χαροποιεί πολύ και με έκανε να ακούσω πάρα πολύ Deathprod περιμένοντάς τα, ανακαλύπτοντας ακόμα περισσότερα πράγματα. Και σε εποχές που αν τις χαρακτηρίζει κάτι είναι η περιφερειακή ακρόαση μεγάλης ποσότητας ακουσμάτων και σε δεύτερο μόλις χρόνο η επανακυκλοφορία των χιλιάδων «holy grails» του μινιμαλισμού (πόσα πια), το να υπάρχει μια τέτοια σταθερά, ένα σημείο αναφοράς αν θέλετε στα μουσικά μου γούστα, μου είναι τρομερά ευχάριστο, απαραίτητο και σημαντικό. Και είμαι ο Μανώλης και δεν είμαι ιδιαίτερα βέβαιος αν είμαι καλά.

Για την ιστορία, ο Maniac με τον Carl Michael είχαν όντως ηχογραφήσει μουσική το 1996. Χρειάστηκε απλά ο Andrew Liles των Nurse With Wound να τους κλέψει τις παλιές κασσέτες και να χωθεί στο studio να τις πειράξει. Και η Dirter για να τις κυκλοφορήσει ως Det Skjedde Noe Når Du Var I Belgia το 2009. Το οποίο αλμπουμάκι είναι μια συμπαθέστατη σαχλαμάρα που σε κάποιες λίγες στιγμές της καταφέρνει να σε κάνει να ξεχάσεις οτι ανήκει στην ακραία κατηγορία «πειραματικό πρότζεκτ μπλακμεταλλάδων στα μέσα των 90’s». Ωστόσο ο Arne Nordheim σίγουρα θα ντρεπόταν. Πιθανότατα όχι όμως για τους λόγους που φανταζόταν ο Maniac πίσω στο 1996.

The babe in the woods will be taken by wolves

•Απρίλιος 24, 2017 • 2 Σχόλια

Δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που η υπόθεση “νέος δίσκος Ulver” θα αποτελούσε απείρως μεγαλύτερο θέμα για τούτο εδώ το χώρο, έστω και αν οι δυο εκ των τεσσάρων δεν συμμερίζονται τον (κάποτε) ενθουσιασμό των άλλων δυο. Κάτι οι αλλαγές μας, κάτι η απουσία μας από τη συμμετοχή στο SDM, δεν μπορώ να πω ότι θυμάμαι ποιος ήταν ο τελευταίος δίσκος για τον οποίο μιλήσαμε δω. Πιθανόλογώ ότι ήταν το “Shadows of The Sun”, αλλά δεν παίρνω και όρκο. Στο ενδιάμεσο εμείς μεγαλώσαμε (και άλλο), οι Ulver αλλάξανε (και άλλο), μας έπρηξαν στις επανακυκλοφορίες (και άλλο), έμαθαν να κάνουν συναυλίες (παραδόξως), έγιναν λίγο πιο “κανονικοί” (δυστυχώς θα πουν αρκετοί, δεν ξέρω αν το συμμερίζομαι), ο κόσμος γύρω έγινε χειρότερος (και άλλο) και τα χρόνια πέρασαν (ευχάριστα και μη).

Θεωρώντας ως τελευταίο σημείο αναφοράς για εδώ το “Shadows of the sun” ακολουθεί speed-σύνοψη για το τι ακολούθησε:

1) Wars Of The Roses – απογοητευτικό με εκλάμψεις

2) Childhood’s End – απολαυστικό αλλά όχι θαρραλέο

3) Live at The Norwegian National Opera– Απόδειξη ότι υπάρχει η έννοια “καλό live Ulver”

4) Live at Roadburn – απαξιώ (είναι το μόνο που έχω ορκιστεί να μην αγοράσω ποτέ)

5) MesseI.X-VI.X– ελπιδοφόρα σύλληψη, άνιση εκτέλεση (θα μπορούσε να είναι υπέροχα Coil-ικό)

6) Terrestrials – διαγραφή από τη μνήμη. Δικαιολογημένα

7) ATGCLVLSSCAP – νικηφόρα πολύπλευρο

8) Riverdeath – Συμπαθητικά αδιάφορο

Και κάπως έτσι φτάνουμε στο Μάρτη του 2017, με το αναμενόμενα γεμάτο αφαιρετικές αναφορές press release (μα το big bang, αρχίζω να θέλω μια φορά να βγάλουν ένα που λένε απλά ότι είναι ο καλύτερος δίσκος τους μέχρι σήμερα) για το “The Assassination of Julius Caesar”, εμάς να δαγκώνουμε τα νύχια μας και το πρώτο single (οέο) υπό τον τίτλο “Nemoralia” να σκάει με ακραιφνώς DepecheMode-ικό προσωπικό στα (μάλλον αδίκως) ανυποψίαστα αυτάκια μας. Επιλογή κρύου, άνοιγμα ντους, είσοδος στη μπανιέρα. Ολοκληρώστε και επαναλάβατε. “Μα κάτσε να δεις, μπορεί να ναι αλλιώς”. Ναι παιδιά, τα δαμε και με το “February MMXX”. Μπορεί ένας κούκος να μη φέρνει την άνοιξη, αλλά ενίοτε η απουσία ενός χελιδονιού παίζει να φέρνει το χειμώνα. Συζητήσεις, ξαναματασυζητήσεις, ευτυχώς έχουμε ξεπεράσει την αντίδραση “πληγωμένο σπουργίτι από τους κακούς μουσικούς”, αλλά άμα δεν καθόμασταν να τα αναλύουμε όλα αυτά, τι θα κάναμε με τη ζωή μας (μάλλον κάτι πιο εποικοδομητικό λέει μια φωνή από το δάσος).

Ο Μάρτης περνάει, ο Απρίλης έρχεται, το Πάσχα πλησιάζει, εμείς ετοιμαζόμαστε για τις εξοχές και το “The Assassination of Julius Caesar” κυκλοφορεί (μεταξύ άλλων σε αρμόζον χρυσό βινύλιο). Οι πρώτες κριτικές έρχονται, οι πρώτες ακροάσεις ακολουθούν, ο υπόλοιπος δίσκος είναι συμπαγώς πιστός στην κατεύθυνση που έδωσε η αρχή και εμείς αναρωτιόμαστε τι γίνεται επιτέλους εδώ. Από όταν βγήκε ο δίσκος τον έχω λιώσει. Τον έχω λιώσει σε μεγάλο βαθμό γιατί θέλω να τον καταλάβω. Η περιγραφή “Ulver Goes DM” είναι αρχικά σωστή, αλλά παραπλανητικά απλουστευμένη. Να σημειώσω επίσης εδώ ότι τους Depeche Mode τους βαριέμαι όσο λίγα πράγματα στη μουσική (σε σημείο που να βαριέμαι και το “Personal Jesus” μέχρι και από τον Cash). Τρίτο σημείο είναι ότι μετά από δεν ξέρω πόσες ακροάσεις δεν έχω καταλήξει ολοκληρωτικά κάπου, οπότε αυτό το κείμενο έχει μια λίγο work-in-progress υφή. Για να κλείσω την (υπερβολικά μεγάλη) παρένθεση θα πω ότι οι συνεχόμενς ακροάσεις δεν προέρχονται (μόνο, ούτε καν κυρίως) από ψυχαναγκασμό να “κατανοήσω” το νέο πόνημα μιας εκ των υπεραγαπημένων μου μπαντών, αλλά και γιατί έχω αρχίσει να απολαμβάνω αυθεντικά την τραγουδοποιία που περιέχει (εδώ ο Μανώλης αρχίζει να αφρίζει μέχρι και από τα μάτια).

Δεν μπορώ να κατατάξω ακόμα το καινούριο, στην βαθμίδα αριστουργηματικότητας των δίσκων-Ulver. Δεν θα μπορέσω για πολύ καιρό ακόμα. Μέχρι και το “Wars Of The Roses” αρχικά φαινόταν σαφώς καλύτερο από τη μετριότητα που το πέρασμα του χρόνου απέδειξε ότι είναι. Επιφυλάσσομαι να επανέλθω σε δεύτερο χρόνο με την εμπεριστατωμένη άποψη μου για την αξία του “Assassination”. Προσπαθείστε να μην κρατήσετε την αναπνοή σας μέχρι τότε. Αυτή τη στιγμή δεν μου φαίνεται και ιδιαίτερα σημαντική η τοποθέτησή του στο ευρύτερο context μουσική-Ulver. Το σίγουρο είναι ότι πλέον μιλάμε για έναν ξεκάθαρα pop δίσκο (με την κάπως ευρεία έννοια του όρου). Είμαι περίεργος για το αν θα γίνει κάποιο εμπορικό breakthrough, ή αν θα παραμείνουν οι ίδιοι και οι ίδιοι να μιλάνε για το νέο-Ulver (αν έπαιζα στοίχημα θα πόνταρα μάλλον στη δεύτερη επιλογή). Το γεγονός ότι οι Ulver έχουν αγκαλιάσει τις όποιες pop ευαισθησίες είχαν ανά τα χρόνια, δεν το θεωρώ κακό απαραίτητα, και η συνθετική ποιότητα που έχουν τα τραγούδια (ναι, πάντα σε pop πλαίσια, μη ξεχνιομαστε), θεωρώ ότι τους δικαιώνει πανηγυρικά. Νομίζω ότι η συζήτηση στο συγκεκριμένο δίσκο, δεν το αν είναι καλό, αλλά για το αν αρέσει στον καθένα αυτό που είναι, ένα, σε πολύ μεγάλο ποσοστό, electro-pop album, όχι κάτι που δεν έχουμε αγαπήσει από τους Apoptygma Berzerk π.χ.

Αυτό που μου φαίνεται μέχρι στιγμής είναι ο δίσκος λειτουργεί εξαιρετικά ως σύνολο. Ακόμα και το “Nemoralia”, το οποίο αποκομμένο δεν είχε πολύ ζεστή αντιμετώπιση, εδώ μέσα συμπεριφέρεται με περισσή άνεση. Εκτός του περιτυλίγματος πάντως, εγώ ακούω τους Ulver εδώ μεσα, ξεκάθαρα κιόλας. Κάποιος θα πει ότι αυτό είναι και λίγο συναισθηματικές παρωπίδες, αλλά και σε αυτό θα πρέπει να επανέλθουμε σε δεύτερο χρόνο. Μέχρι τώρα πάντως αναγνωρίζω συνέχεια, ήχους, ατμόσφαιρες, παραξενιές, μελωδίες, επιλογές που αποτελούν ξεκάθαρη ταυτότητα  (δεν θα μπορούσε να είναι Depeche Mode album αυτό πάντως, πιθανολογώ ευτυχώς για τους οπαδούς Depeche Mode βέβαια). Αν μπορούσα να βρω μια αρκετά αδύναμη στιγμή στο δίσκο, αυτή μάλλον θα ήταν το “Transverberation” που ακούγεται αρκετά χλιαρό. Στο άλλο άκρο βέβαια, το “Rolling Stone” έχω καταλήξει ότι είναι μια από τις πιο λαμπρές, συνθετικές στιγμές τους με ένα συγκλονιστικά υμνικό χαρακτήρα σε κάθε μέρος του (αυτό θέλω να το ακούσω live ρε παιδάκι μου, και μάλλον είναι η πρώτη φορά που το λέω αυτό για κομμάτι τους). Με ιδιοφυή δομική εξέλιξη προς ένα απολαυστικά θορυβώδες φινάλε. Το δε φινάλε του album με το “Coming Home” κλείνει το μάτι ξεκάθαρα στις ψυχεδέλειες του  “ATGCLVLSSCAP”. Ακόμα να σημειώσω μια πολύ σωστή παρατήρηση που έκανε το Quietus στο review του, ότι όσο περνάει ο καιρός, τόσο πιο μαεστρική γίνεται η χρήση της γλώσσας, με κύριο υπεύθυνο τον Rygg υποθέτω. Οι στίχοι του “Assassination”, τουλάχιστον σε μορφή και δομή είναι από τους πιο καλλιτεχνικά δουλεμένους που έχουν αποτυπωσει ποτέ.

Για όποιον πίστευε ότι θα καταλήξω σε κάποιο συμπέρασμα, ζητώ εκ των υστέρων συγνώμη για τον χρόνο που σπατάλησε. Ίσως είναι θετικό το γεγονός ότι η αρνητική μου προκατάληψη βάσει του στυλ που επέλεξαν έχει σε μεγάλο βαθμό ανατραπεί. Από την άλλη πλευρά αναγνωρίζω ότι όταν πρωτοάκουσα το “Shadows Of The Sun” π.χ. (για να μην πάω και πιο πίσω) η αναγνώριση ότι πρόκειται για κάτι Μεγάλο ήρθε γύρω στο 2ο λεπτό. Βέβαια τότε ήταν 2007 και με την πάροδο του χρόνου καλό είναι να συνειδητοποιούμε ότι όσο ευμετάβλητοι συνεχίζουν να είναι μουσικά οι Ulver, άλλο τόσο ευμετάβλητοι είμαστε γενικά εμείς. Είμαι περίεργος για τις γενικότερες αντιδράσεις, αν και νομίζω ότι πλέον δεν αφορούν και τόσο πολύ κόσμο (θα το δούμε στη συναυλία το καλοκαίρι αν αξιωθούμε να πάμε – δεν έχω ξεπεράσει με ημιδεινοσαυρική επιμονή την έμφυτη αστειότητα της φράσης “Live Ulver”). To βλέμα με το οποίο το κοιτάω συνεχίζει να περιέχει αρκετή δόση απορίας, αλλά έχω μάθει πλέον να αποδέχομαι ότι δεν χρειάζεται να τα καταλαβαίνουμε και να τα αποκρυπτογραφούμε όλα κατευθείαν. Εντωμεταξύ, οι Ulver συνεχίζουν να βγάζουν τα γούστα τους και όσο και να τους κράζω για τις εμπορικές πρακτικές τους, τόσο θα συνεχίσω να τους παραδέχομαι για τις καλλιτεχνικές.

It’s a crime they didn’t tell us about the diamonds in her eyes

•Απρίλιος 19, 2017 • Σχολιάστε

Το motto της φετινής χρονιάς φαίνεται να είναι “αγοράζουμε εισιτήρια συναυλιών νωρίς ώστε να μην είναι δικαιολογία η βαρεμάρα για να μην πάμε. Κάπως έτσι κατάληξα για το live των Black Heart Procession το Μάρτη, να έχω αγοράσει το εισιτήριο από πριν τα Χριστούγεννα. Δεν μετανιώνω πάντως, γιατί ακόμα και γώ που παραδέχομαι ότι δεν υπάρχουν πολλά πράγματα που καίγομαι να δω συναυλιακά πλέον, θα στενοχωριόμουν αρκετά αν έχανα τους Αμερικάνους.  Μικρές λεπτομέρειες όπως ο χώρος (παρά το γεγονός ότι είναι εξαιρετικός ως εμφάνιση, ποτέ δεν συμπάθησα τη συναυλιακή απόδοση του Fuzz, ειδικά στο θέμα του ήχου) ή το γεγονός ότι το live θα ήταν επετειακό για τα 20χρονα του “1”, θεωρήθηκε υπερβολικά υπερβολικό να προκαλέσουν έστω και την παραμικρή γκρίνια.

Έχω χάσει την επαφή μου με την εξέλιξη των συνηθειών του Ελληνικού κοινού στις συναυλίες (δεν ξέρω καν αν είναι ακόμα το καλύτερο στον κόσμο), αλλά από πλευράς προσέλευσης παρατήρησα ότι όσο περνάνε τα χρόνια γινόμαστε και χειρότεροι, με αποτέλεσμα οι Appalachian Cobra Worshippers να παίξουν το μεγαλύτερο μέρος του set τους σε μισοάδειο χώρο, πραγματικό κρίμα καθώς εγώ τους απόλαυσα όσο λίγα support συγκροτήματα, με τον ενθουσιασμό σε φάσεις να θυμίζει Earthbound Χριστουγεννιάτικου live 2004 (ή 2003 με απατά η έτσι και αλλιώς μετριότατη μνήμη μου). Θα ομολογήσω ότι δεν κατάλαβα ότι έπαιζαν μόνο διασκευές με εξαίρεση αυτή του “Red Right Hand” του Cave, οπότε θα θεωρήσω άκρως πετυχημένη την προσαρμογή στην bluesoamericana τους των τραγουδιών που επέλεξαν να ερμηνεύσουν. Θα ήθελα να πω μπράβο στα παιδιά, αλλά καθότι όπως τους έκοψα είναι μάλλον μεγαλύτεροί μου, ελπίζω να τους ξαναπετύχουμε κάπου μπροστά μας.

Για τους Black Heart Procession πρέπει να πω ή πάρα, πάρα πολλά ή να είμαι τρομερά λακωνικός καθώς δεν θα καταφέρω να μεταδώσω σωστά το πόσο μεγάλο συγκρότημα τους θεωρώ. Αν και τους έμαθα αργούτσικα (μάλλον εποχές “3” ή “Amore Del Tropico”), το “2” (ειδικά) και το “3” είναι από τους δίσκους που κατέχουν ξεχωριστή θέση στην (ομολογουμένως οχι και τεράστια) καρδούλα μου. Ο δε πρώτος συνόδευσε άριστα πολύ περιέργες φάσεις, όπως όλοι οι σημαντικοί για τη ζωή μας δίσκοι, εδώ που τα λέμε. Για κάποιο παράδοξο λόγο, το “1” αφιέρωσα πολύ χρόνο σχετικά πρόσφατα, οπότε μάλλον πρόκειται για το δίσκο με το μικρότερο για εμένα συναισθηματικό δέσιμο, εξού και το μούδιασμα όταν άκουσα ότι το live θα αφιερωνόταν εκεί. Παρά το γεγονός όμως ότι διαψεύστηκε η πεποίθησή μου ότι μετά την παρουσίαση του δίσκου, θα υπήρχε δεύτερο μέρος με “greatest hits” αύρα, και οι BHP έπαιξαν μόνο δυο επιπλέον παλιά κομμάτια και ένα καινούριο, δεν μου έμεινε κανένα παράπονο από αυτό που παρακολουθήσαμε. Αγαπώ τους πολυ-οργανίστες (multi-instrumentalists το λέγανε στο χωριό μου) και τόσο ο πυρήνας των Pall/Tobias, όσο και το σερβικό δίδυμο session μουσικών που τους συνόδευαν ήταν άκρως εντυπωσιακοί.

Είναι δεδομένο ότι η μουσική των BHP λειτουργεί ιδανικά όταν έχει μόνο εσένα ως αποδεκτη (όσο εγωιστικό και αν ακούγεται αυτό), καθώς η ίδια της η φύση μου φαίνεται συγκλονιστικά προσωπική. Θα γίνω μεγαλόκαρδος βέβαια και θα πω ότι δεν με ενόχλησαν οι υπόλοιποι (!!!) έστω και αν είχαμε το κλασσικό, υπέροχο, πηγαινέλα που χωρίς αυτό καμιά συναυλία δεν είναι ολοκληρωμένη. Αν σκεφτείς κιόλας ότι δεν ήταν και γεμάτο το Fuzz, θα έλεγε κανείς ότι δε θα χρειαζόταν τοσο περπάτημα για να βρουν μια καλή θεση και να το απολαύσουν. Τελευταίο σημείο γκρίνιας ο ήχος, που θα πίστευε κανείς ότι μια που η μουσική ήταν κατά κύριο χωρίς πολλές παραμορφώσεις, θα έπρεπε να ναι πιο καθαρός. Τέλος όμως στα παράπονα γιατί κατά τ’ αλλα το live ήταν αρκούντως μαγευτικό. Διάχυτα μελαγχολικοί, ψιθυριστικά υποτονικοί σε στιγμές, ξεσπασματικά έντονοι σε άλλες, απαιτούσαν καθολική προσοχή όσο έλεγαν της ιστορίες τους. Χωρίς πολλές ομιλίες ευτυχώς, δεν σε άφηναν να αφαιρεθείς από το ρου του δίσκου. Και η αλήθεια είναι ότι είναι και αυτός μεγάλος δίσκος. Και η φωνή του Jenkins παραμένει από το πιο ωράια πράγματα που έχουν αποτυπωθεί σε κάποιο ψηφιακό ή αναλογικό μέσο.

Το καινούριο κομμάτι θεματολογικά κάπως ευκολώς αναμενόμενα συναισθηματικόεπαναστατικό, αλλά μουσικά αρκετά υπέροχο για να δημιουργήσει μεγάλες προσδοκίες για όταν αξιωθούν να βγάλουν τον καινούριο δίσκο (έχουν περάσει και μπόλικα χρόνια από το “Six” άλλωστε). Τα δυο τελευταία πράγματα που θέλω να σημειώσω είναι ότι ιδιαιτέρως ευχάριστη η πολυποίκιλη ηλικιακή κατανομή του κοινού και ότι επιτέλους πρέπει κάποια στιγμή να σταματήσει αυτή η φάρσα με τα encore. Τέλος, δεν ξεχνώ ότι του χρόνου τα 20χρονα από το “2” και ελπίζω να ξανακάνουμε μια γύρα, ώστε να μιλήσουμε με περισσότερους υπερθετικούς βαθμούς.

ο νέος δίσκος των Wolf Eyes

•Μαρτίου 28, 2017 • Σχολιάστε

Η γενικευμένη ασάφεια που έχει επιβάλλει στην τέχνη (αλλά και στα πάντα) ο 21ος αιώνας δημιουργεί -κυρίως- αρκετές κουβέντες για την τέχνη την ίδια (αλλά και για τα πάντα). Νιώθω ένα φευγαλέο συναίσθημα πως τα πάντα σήμερα είναι σαν το διάστημα που ακολουθεί το πέρας μιας πολύ έντονης τηλεοπτικής ταινίας: πρώτα την βλέπεις, έπειτα κάθεσαι και την συζητάς. Την αναλύεις, την υπεραναλύεις, την νοηματοδοτείς, την επανανοηματοδοτείς, την ταυτίζεις με το σήμερα, την νοσταλγείς, και στο τέλος επιστρέφεις σε αυτήν για να την ξαναδείς, να την ξαναφτιάξεις τελικά, με απώτερο σκοπό να επαναφέρεις κάπως το συναίσθημα, τις συνθήκες, τα πάντα πριν απο το πέρας της ταινίας αυτής. Το κατά πόσο αυτό είναι στα αλήθεια σημερινό χαρακτηριστικό αποτελεί με τη σειρά του θέμα συζήτησης. Πάνω σε αρκετές απο αυτές τις συζητήσεις, για να το πάω λίγο στη μουσική, έχω ακούσει το επιχείρημα πως εν ολίγοις δεν είναι πια δυνατό να κυκλοφορήσουν οι λεγόμενοι κλασικοί δίσκοι, οι μεγάλοι δίσκοι που αλλάζουν τις ζωές μας, και πως αυτό δεν είναι το αποτέλεσμα μιας λιγότερης έμπνευσης, είτε μιας «όλα έχουν παιχτεί» μιζερολογίας, αλλά λόγω της μορφής της ίδιας της μουσικής βιομηχανίας, με την αμεσότητα στην πρόσβαση και τον ακατάπαυστο ρυθμό της κυκλοφορίας να μη δημιουργούν τις συνθήκες εμβάθυνσης στο μουσικό έργο το ίδιο.

Όλο αυτό φέρει τις ανάλογες επιπτώσεις στην μουσική σκηνή την ίδια: τα μέσα αλλάζουν, οι τεχνολογίες προσθέτουν δυνατότητες, οι καλλιτέχνες προσαρμόζονται, τα μουσικά είδη τέμνονται, οι κανόνες μπλέκονται, τα όρια γίνονται δυσδιάκριτα, η επανάληψη μεγάλη, το streaming παίρνει φωτιά, η κατανάλωση γίνεται ακραία, και σαν δώρο σου δίνεται η νοσταλγία, η γλυκιά ανάγκη αυτή να γυρίσεις πίσω σε αυτά που αγάπησες όταν όλα ήταν λίγο πιο αθώα, και φυσικά να τα αγοράσεις ξανά, σε κάθε πιθανό αναβιωμένο ή μη μέσο.

Η ερώτηση είναι αν υπάρχουν όντως «κλασικά» albums πια, και αν ναι ποια είναι αυτά, και αν όχι αν τα χρειαζόμαστε, και αν δεν είμαστε βέβαιοι τελοσπάντων τι σκεφτόμαστε για όλα αυτά.

Περνώντας στον κεντρικό πυρήνα της δημοσίευσης, ένα βασικό χαρακτηριστικό της λεγόμενης πειραματικής μουσικής είναι πως είναι τόσο απέραντη, που σε συζητήσεις για αυτήν θα καταλήξεις πάρα πολύ γρήγορα πια σε name dropping παρά να μιλάς για τα κάποια ουσιαστικότερα πράγματα που σου χαρίζει το μεγαλύτερο δέσιμο με έναν καλλιτέχνη και το έργο του. Είναι πολλοί, είναι καλοί, είναι παντού, είναι δωρεάν, δεν υπάρχει ο χρόνος. Οπότε, στις ίδιες συζητήσεις, όταν κάποιος θα ρωτήσει ποιο νέο δίσκο περιμένεις να κυκλοφορήσει, ποιο νέο υλικό ανυπομονείς να ακούσεις, ποιανού καλλιτέχνη θα ψάξεις εκ των προτέρων τις επόμενες κινήσεις, προτού αυτές εμφανιστούν μπροστά σου ως τετελεσμένες, θα πρέπει ίσως να έχεις στο μυαλό σου μια λίστα.

Νομίζω πως ο κάθε άνθρωπος έχει μια λίστα, και έχω και εγώ μία, και πάντα λέω πρώτους τους Wolf Eyes.

Απο τους πέντε που διαβάζετε το κείμενο, με τους τρεις πιθανότατα έχουμε μιλήσει απο κοντά. Και στους τρεις έχω αναφέρει πως οι Wolf Eyes είναι για μένα μια μπάντα ανάλογης σημαντικότητας με τους Sonic Youth ως προς την επιδραστικότητά τους, και μέρα με τη μέρα (σε συζητήσεις που έχω με τον εαυτό μου) πείθομαι πως τελικά πρόκειται για ένα ακόμα πιο συμπαγές φαινόμενο. Η έκρηξη του cdr στην Αμερική την προηγούμενη δεκαετία τροφοδότησε το μαζικότερο ίσως κίνημα της noise μουσικής (ή street noise μουσικής, όπως την λέω με τον εαυτό μου) που έγινε ποτέ, και με την πάροδο του χρόνου εμφανίστηκαν εκατοντάδες νεαροί dudes, που με πρότερο hobby το skate και ίσως την punk rock μπάντα που διατηρούσαν στο υπόγειο, είδαν μια προοπτική στον θόρυβο. Αυτό αν σταματούσε εκεί θα ήταν κάτι ας πούμε αυτοαναφορικό. Αλλά δεν έμεινε εκεί, καθώς ένα μεγάλο μέρος του αμερικάνικου (για αρχή) indie είδε πως οι noise πατέντες θα μπορούσαν να αφομοιωθούν πολύ ομαλά στην συνθετική του τεχνοτροπία. Προσπερνώντας το βιογραφικό κομμάτι τόσο του αμερικάνικου noise, όσο και των Wolf Eyes των ίδιων, ερχόμαστε στην παρούσα δεκαετία, όπου το Dread ακούγεται σαν την μακρινή νεανική κραυγή, το Human Animal στην Sub Pop την ξεκάθαρη άρνηση να γίνουν μια μπάντα της Sub Pop εξαργυρώνοντας κάπως την αξία τους, και το Always Wrong σαν τον πιο ολέθριο απόηχο του industrial που έχω ακούσει μάλλον ποτέ. Η διάλυση που ακολούθησε άλλαξε τον συνθετικό πυρήνα της μπάντας, μιας και ο Aaron Dilloway αποφάσισε να το τρέξει μόνος του (κάνοντας τεράστια πράγματα που δε θα μπω στον πειρασμό να αναπτύξω εδώ), ενώ οι Young/Olson επιστράτευσαν τον roadie τους James Baljo, περίπου στη θέση του, μάλλον επειδή ήθελαν απλά να είναι τρεις. To No Answer-Lower Floors στην De Stijl το 2013, μας σύστησε στην ουσία τους νέους Wolf Eyes: ο ήχος μασημένης new wave κασσέτας του 1982, ο πεταμένος ρυθμός, οι περιφερειακές κιθάρες (τα εφέ τους μάλλον), και η γενικότερη σερνάμενη ροή του ήχου σε συνοδεία των παρακμιακών φωνητικών έδιναν το στίγμα της πορείας: η American Tapes έχει κάνει τον κύκλο της, ο θόρυβος δεν είναι αυτοσκοπός, το shock θα είναι διαφορετικό. Η άρνησή τους για δεύτερη φορά να χαλαρώσουν, μετατρέπει τον επόμενο δίσκο I Am A Problem: Mind In Pieces, δύο χρόνια μετά στη Third Man, απο ολέθριο λάθος σε δυναμίτη. Με τον ελάχιστα πιο καθαρό ήχο και τις πιο εμφανείς κιθάρες να κοστίζουν αρκετούς χιλιάδες followers την ημέρα που ο Jack White είχε την ιδέα να αναλάβει ο John Olson για μια ημέρα το instagram της εταιρίας. Στην εποχή των social media καταλάβαμε και κάπως πιο εμφανώς το τι είναι οι Wolf Eyes σαν άνθρωποι, θυμίζοντας εκείνο το τίποτα_στα_σοβαρά μπλογκ κάπου στα βάθη του ελληνικού ίντερνετ. Μια μηδενική σοβαρότητα που αντιτίθεται με ένα φωναχτό τρόπο στην παλαιών αρχών «κλασική» σοβαροφάνεια σήμα κατατεθέν τόσο των πειραματικών όσο και των βάνδαλων του ήχου. Δεν έχω βρει κάτι που να μη συμπαθώ στους Wolf Eyes. Εδώ και περίπου μια εβδομάδα ακούω καθημερινά το Undertow, νέο δίσκο τoυς, στο δικό τους label Lower Floor Music. Ο δίσκος που περίμενα για το 2017 σε εκείνες τις συζητήσεις. Η διάρκειά του είναι ακόμα μικρότερη, και ο ήχος του ακόμα πιο περίεργος απο τον προκάτοχό του. Φωνητικά με μπουντρουμική ηχώ (σε όσα κομμάτια απαιτούνται), ήχος που ακούγεται το ίδιο Smegma σε όποιες στροφές και αν παίξεις τον δίσκο, free jazz λογική, acid folk κλεψίματα, ηχητικό συναισθηματικό πέσιμο και μια δευτερεύουσα προσπάθεια της μπάντας να ενσωματώσει στη μουσική της τον ήχο διαφόρων projects των μελών της μπάντας, με εμφανέστερο αυτό των Stare Case και λιγότερο αυτό των Dead Machines, και αυτο κυρίως στο Right Ιn Front Of You cdr που συνοδεύει το LP, που στα αυτιά μου είναι η συνέχεια του Superstitions Of The Sea του 2009. Το Undertow έχει παίξει εφτά φορές στο πικάπ, τουλάχιστον 25 σε διάφορους mp3 player ενώ παίζει συνεχώς και στο κεφάλι μου όταν δεν το ακούω.

Πέραν της γενικότερης αγάπης για τη μπάντα, πέραν του λατρεμένου #fuck_patriarchy banner στο site τους, πέραν της πολιτικής θέσης που έχουν βάλει πια σε πιο περίοπτη θέση στην συνολική παρουσία τους, ένα album που ακούω τόσες φορές (και θα ακούω για άλλες τόσες) δε μπορώ να διανοηθώ πως γίνεται να μην είναι «κλασικό» για εμένα, ακόμα και στα μικρομεγέθη ακροατών που αναφέρεται μια μπάντα σαν τους Wolf Eyes.

Αν μιλάμε όμως για την μεγάλη εικόνα, οι απαντήσεις μου είναι οι εξής : Δεν υπάρχουν πια κλασικά albums. Δεν χρειαζόμαστε πια κλασικά albums. Δεν χρειαζόμαστε άλλη νοσταλγία.

Χρειαζόμαστε περισσότερους Wolf Eyes και περισσότερα Undertow.

smoke, lights, noise

•Μαρτίου 26, 2017 • Σχολιάστε

Ήταν 21 Μαίου 2005. Οι Κωνσταντίνοι και Ελένες αυτού το κοσμάκη γιόρταζαν την ονομαστική τους εορτή, οι Ελληνίδες και Έλληνες αυτού του κοσμάκη ετοιμάζονταν να πανηγυρίσουν την νίκη στη Eurovision της (εορτάζουσας) Παπαρίζου και εμείς είχαμε βρεθεί να περιμένουμε έξω από το (έτοιμο να μετατραπεί σύντομα σε σουπερμάρκετ) Ρόδον για να δούμε τους Isis, που ήταν τότε στα καλύτερά τους (τώρα καλά καλά δεν μπορούμε να ψάξουμε στο google τους Isis). Κάπου εδώ θα ήταν αναμενόμενο να γίνει μια αναδρομή γεμάτη συναισθηματισμό στην ιστορία και σημασία του Ρόδον για τη μουσική στην Ελλάδα, αλλά επειδή δεν πρόλαβα να δεθώ ιδιαιτέρως συναισθηματικά με το Ρόδον, δεν θα την κάνω. Support στους Isis ήταν οι Jesu του Broadrick, στις συναρπαστικές αρχές τους ακόμα (πριν γίνουν πιο βαρετοί και από το σιδέρωμα) και ο Tim Hecker (αγνώστων λοιπών στοιχείων για μας που χαμε πάει να δούμε τους Isis).

Κοιτώντας πίσω σε εκείνη την εποχή διαπιστώνω ότι και ο Hecker ήταν ακόμα στην αρχή του (ως Hecker τουλάχιστον, γιατί το όνομα Jetone ήταν ήδη σχετικά γνωστό), βρισκόμενος ανάμεσα στο «Mirages» και στο breakthrough του «Harmony in ultraviolet». Φυσικά, εγώ τότε δεν είχα ιδέα για όλα αυτά (και άρα δεν μπορώ να το παίξω πρωτοντεμάκιας) και πέρα από μια αμυδρή περιέργεια για το τι ήταν αυτός ο τύπος, ήμουν περισσότερο επικεντρωμένος στις μπύρες με το υπόλοιπο παρεάκι (ήταν ωραίο το τότε παρέακι για να τα λέμε όλα). Όταν ξεκίνησε να παίζει ο Hecker όμως, και παρά το γεγονός ότι το ambient/noise/etc μίγμα που παρουσίαζε δεν ήταν ακριβώς μέσα στα ακούσματά μου, θυμάμαι τον εαυτό μου να εντυπωσιάζεται. Φυσικά, 12 χρόνια μετά δεν θυμάμαι καν τι έπαιζε, αλλά το αίσθημα ότι βρισκόμασταν μπροστά σε κάτι τρομερά ενδιαφέρον παραμένει ξεκάθαρο στο μυαλό μου.

Fast-forward 10 χρόνια μετά, πάλι Μάιος, πάλι Αθήνα, χωρίς eurovision αυτή τη φορά, έξω από ένα άλλο χώρο, όχι τόσο ιστορικό (ή τόσο ωραίο) όσο το Ρόδον, σε μια αρκετά διαφορετική Αθήνα, δίπλα σε ένα πολύ διαφορετικό κοινό, όντας ένας αρκετά διαφορετικός άνθρωπος. O Tim Hecker έχει κυκλοφορήσει τον καλύτερο (κατ’ εμέ) δίσκο του, το «Ravedeath, 1972» και έναν αντάξιο, διάδοχό του, το «Virgins», βρίσκεται σε μεγάλα κέφια και έχει γίνει ένας από τους αγαπημένους μου καλλιτέχνες. Η δε αναμονή να τον δούμε πλέον, είναι μάλλον μεγαλύτερη από αυτή πριν τους Isis, καθώς, σε αντίθεση με το 2005, οι συναυλίες δεν είναι πολύ συχνό φαινόμενο στη ζωή μας και η απόφαση να ξεκουβαλήσουμε παίρνεται σαφώς πιο δύσκολα. Επιπλέον, το συγκεκριμένο live ερχόταν ως ζευγάρι μαζί με την πρώτη εμφάνιση του Ben Frost στην Ελλάδα, οπότε ο ενθουσιασμός ήταν ακόμα μεγαλύτερος. Φυσικά, γκαντεμιές συμβαίνουν και στις καλύτερες οικογένειες, και ένα ατύχημα δεν μας επέτρεψε να δούμε ποτέ τον Hecker στην επιστροφή του στη Ελλάδα.

Κάπως έτσι φτάνουμε στο 2017, μια χρονιά που έχει αρχίσει να εξελίσσεται σε ανάλογη του 2005 σε συναυλίες που έχουμε κανονίσει ή θα κανονίσουμε να πάμε. Δεν ξέρω πως, αλλά το συναυλιακό πρόγραμμα φέτος είναι τόσο ελκυστικό που μοιάζει σχεδόν αμαρτία να μη δούμε όσα περισσότερα μπορούμε. Μεγάλο μέρος των καλών νέων οφείλεται στις διοργανώσεις της Groove Productions στην Αγγλικανική Εκκλησία του Αγ. Παύλου, η πρώτη εκ των οποιών ήταν η επιστροφή του Tim Hecker, σε ένα χώρο πολύ πιο ταιριαστό στη μουσική του από ότι το Ρόδον ή το Ρομαντζο. Βρισκόμαστε λοιπόν οι τρεις μας, έξω από την εκκλησία (για τρίτη φορά), περιμένοντας να καταφέρουμε να δούμε επιτέλους τον Καναδό. Ο κόσμος αρκετός (η συναυλία sold-out γαρ), η αναμονή με λίγη περισσότερη γκρίνια από ότι θα ήταν το 2005 και η είσοδος στην εκκλησία ανά τετράδες καθότι απαιτούταν η ταχτοποίηση του κόσμου στα στασίδια από τους διοργανωτές, εξαιτίας του πολύ καπνού που χρησιμοποιήθηκε για το στήσιμο του live (και έφερε μνήμες άβολων στιγμών στους Sunn O))) στο An).Εκεί λοιπόν, καταλήγουμε καθισμένοι στη γεμάτη εκκλησία, μπροστά σε μια σειρά μπλε προβολάκια, αναμένοντας την αρχή του live.

Ίσως ο όρος live να χρησιμοποιείται κάπως καταχρηστικά, αλλά αυτό είναι μια συζήτηση που, αν και ενδιαφέρουσα, πρέπει να γίνει κάποια άλλη στιγμή. Στην καθορισμένη ώρα (Ευρωπαίοι γίναμε), η μουσική ξεκινάει, τα προβολάκια αρχίζουν να παιχνιδίζουν και ο Hecker δεν φαίνεται πουθενά. Οι θεατές αρχίζουν να ψιλοκοιτάζονται μεταξύ τους και να αναμένουν, αλλά καθώς η συναυλία προχωρά, συνειδητοποιούν όλοι λίγο πολύ ότι μάλλον δεν θα εμφανιστεί πίσω από το τείχος καπνού κάτι παραπάνω από την αμυδρή σιλουέτα του Hecker. Αργότερα θα θυμηθώ, ότι κάτι ανάλογο είχε συμβεί και το 2005, όταν ο Hecker έπαιζε το set του από τη θέση του ηχολήπτη και όχι τη σκηνή. Δεν θα αναλύσω πολύ τις θεωρητικές προεκτάσεις της (μη) παρουσίας του μουσικού σε μια συναυλία. Είναι σαφές ότι αφού επιλέγεις να παραβρεθείς σε μια τέτοια εκδήλωση, αναζητάς σε κάποιο επίπεδο την φυσική επικοινωνία με τον μουσικό και η ανατροπή μιας τέτοιας νόρμας δεν ξέρω αν είναι ενδιαφέρων πειραματισμός ή αχρειάστη avant-gardeίλα. Από την άλλη πλευρά και μόνο το γεγονός ότι θα συζητηθεί, σημαίνει ότι σε κάποιο επίπεδο πέτυχε το σκοπό της. Επίσης θα ομολογήσω ότι ο συνδυασμός της αμυδρής παρουσίας του μουσικού και της φυσικής επίδρασης των δονήσεων της ίδιας της μουσικής παρουσίαζε μια άκρως καθηλωτική εμπειρία.

Ο Καναδός είναι αποδεδειγμένα μεγάλος μαέστρος στη διαχείριση και επεξεργασία των ήχων. Κινείται ανάμεσα στο ambient, στο κλασσικό και στο noise με τόση επιδεξιότητα που βλέπεις την εξέλιξη της μουσικής στο μυαλό σου ενώ νιώθεις την επίδραση των συχνοτήτων της στα αντικείμενα γύρω σου, στο κτίριο και στο ίδιο σου το σώμα. Για μια ώρα δεν σταμάτησε να απαιτεί την προσοχή του κοινού, χωρίς καν να εμφανιστεί μπροστά του. Πολύ πιο θορυβώδης από το πρόσφατο «Love Streams», κάτι που δεν το πολυπερίμενα να πω την αλήθεια, ίσως γιατί πίστευα ότι η επιρροή της 4AD θα γίνεται πιο έντονη όσο περνάει ο καιρός. Αν και θα λάτρευα μια παρουσίαση των πιο κλασσικότροπων στοιχείων της μουσικής του, δεν υπήρχε στιγμή στη μια ώρα που διάρκεσε το set που να βαρέθηκα ή να αφαιρέθηκε η προσοχή μου.

Σωτήριο έτος 2017, 22 Μαρτίου, ώρα 22:30. Εμείς στη Φιλελλήνων να κινούμαστε προς το μετρό, ευχαριστημένοι από την αρχή της συναυλιακής σαιζόν, περιμένοντας με ανυπομονησία τον ερχομό του Fennesz στην Αγγλικανική (ώστε να θυμηθούμε ημέρες Synch) και προγραμματίζοντας τα υπόλοιπα που θέλουμε να δούμε. Στο ενδιάμεσο, The Black Heart Procession, και προσπάθεια να κάνουμε κατσαπ με τις φετινές κυκλοφορίες που έχουν αρχίσει να μαζεύονται. Αν βρούμε χρόνο μπορεί να κάνουμε και καμιά δουλειά.

Going deeper underground

•Μαρτίου 20, 2017 • Σχολιάστε

Υπάρχουν κάποιες χρονικές στιγμές στην πορεία ορισμένων καλλιτεχνών, τόσο έκδηλα μεταιχμιακές, που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρατήρησης. Κάνοντας πρόσφατα μια ανασκαφή σε παλιούς δίσκους, έπεσα (sic) πάνω στο “The Miners’ Hymn” του Jóhann Jóhannsson, το οποίο είναι ένα ξεκάθαρο σύνορο ανάμεσα σε δυο ιδιαιτέρως διακριτές περιόδους του. Τον Jóhannsson τον έμαθα πρώτα με το “Virðulegu Forsetar”, αλλά τον αγάπησα κυρίως με το, εκπληκτικό,  “IBM 1401, A User’s Manual”, ίσως την καλύτερη στιγμή των πρώτων Touch/4AD ημερών του, των ημερών που τον είχαν χαρακτηρίσει έναν από τους πιο ελπιδοφόρους νέο-μινιμαλιστές συνθέτες και μέρος μιας γενιάς εντυπωσιακών Ισλανδών μουσικών που είχαν αρχίσει να κάνουν όνομα στους ευρύτερους νέο-κλασσικούς/ambient κύκλους.

Κάποια στιγμή, μετά το 2012, τον ανακάλυψε το Hollywood και ο ευρύτερος κινηματογραφικός κόσμος, με αποτέλεσμα να μείνουν πίσω οι προσωπικοί του δίσκοι, για να επικεντρωθεί στην, σαφώς πιο επικερδή, παραγωγή soundtrack. Ας μη με παρεξηγήσει κανένας, δεν το λέω επικριτικά, είμαι σίγουρος ότι αποτελεί σημάδι της αναγνώρισης της αξίας του και δύσκολα κάποιος θα έλεγε όχι σε προτάσεις όπως το “Prisoners”, το “Theory of Everything” ή το “Arrival” και από πλευράς οικονομικής και από πλευράς δυνατοτήτων παραγωγής. Προσωπικά όμως, εντός ελαχίστων εξαιρέσεων, το “ορχηστρικό soundtrack” δεν είναι από τις μεγάλες μου αδυναμίες στη μουσική, οπότε τα τελευταία 5-6 χρόνια μου έχει λείψει ο Jóhannsson των πρώτων album, καθώς με την εξαίρεση του, υπέροχα minimal, “Prisoners”, τα υπόλοιπα δεν με κέρδισαν και πολύ. Φυσικά, θα κατανοήσω ότι μάλλον όλος αυτός ο ντόρος γύρω από το όνομα του Ισλανδού, είναι αυτό που οδήγησε στο να κυκλοφορήσει το τελευταίο του album (“Orphée”) στην Deutsche Grammophon, το οποίο από μόνο του είναι ένα εμφανές δείγμα επιτυχίας στο νέο-κλασσικό χώρο. Όσο και αν μου άρεσε το “Orphée”, θεωρώ ότι είναι εμφανή μέσα του τα χαρακτηριστικά των μεγάλων σαλονιών και δεν μπορεί παρά να μου λείπουν κάπως οι πιο απλές, πρώτες ημέρες.

Ανάμεσα λοιπόν στις μέρες του «ενός από αυτούς τους Ισλανδοπερίεργους» και του περιζήτητου συνθέτη, έρχεται να σταθεί το “The Miners’ Hymns”. Ένα soundtrack, το οποίο για κάποιο λόγο συμπεριλαμβάνεται στα “κανονικά” album του (το οποίο είναι μάλλον και το πιο ξεκάθαρα μεταβατικό χαρακτηριστικό του). Έρχεται να ακολουθήσει το επίσης κάτι-σαν-soundtrack “And In The Endless Pause There Came The Sound Of Bees” και αντικαθιστά τον πιο ορχηστρικό του χαρακτήρα με μια επιστροφή στις πρώτες, ambient μέρες του ως μουσικού. Το “The Miners’ Hymns” έρχεται να συνοδεύσει το ομώνυμο, βουβό, ντοκυμαντέρ του Bill Morrison, για τον ειδυλλιακό βορρά της Αγγλίας την μαγευτική περίοδο των μέσων της δεκαετίας του 80. Για όσους αρέσκονται σε κοινωνικοπολιτικές αναλύσεις με ταξικό χαρακτήρα, είμαι σίγουρος ότι μάλλον δεν υπάρχει πιο πρόσφορο έδαφος από το Ην. Βασίλειο των Θατσερικών 80s, τα οποία μέσα από τη μαυρίλα τους πρόσφεραν έμπνευση σε πολλούς καλλιτέχνες διαφόρων ειδών τέχνης να δημιουργήσουν Μεγάλα Πράγματα (ή αλλιώς ΜΠ). Αναμένω πότε θα αρχίσουμε να κάνουμε post-Brexit παραλληλισμούς, αλλά δεν ξέρω αν θα αντέξω κανένα νέο-punk revival.

Αναμενόμενα ίσως, το “The Miners’ Hymns” χαρακτηρίζεται από την μαυρίλα της πρώτης ύλης που βρίσκεται στο επίκεντρό του. Έχει απολέσει μεγάλο μέρος του ελεγειακού χαρακτήρα των προκατόχων του, για μια εναλλαγή ανάμεσα σε ημι-απειλητικά ασφυκτικές ατμόσφαιρες και αγωνιούσες για μια πολυπόθητη γαλήνη στιγμές. Όσο και αν δεν αποφύγουμε τα κλισέ, ο χαρακτηριστικά ομιχλώδης αγγλικός Βορράς είναι κυρίαρχος εδώ, με την παραίτηση και την επιμονή του, κάπου ανάμεσα στον αιθέρα και στο υπέδαφος, με όλες τις αντιθέσεις που τον κάνουν ξεβαμμένα γοητευτικό αλλά και όχι ένα μέρος που θα επέλεγες για μια άνετη ζωή. Δεδομένου ότι ο δημιουργός είναι Ισλανδός και χρονικά (και όχι μόνο) απομακρυσμένος από τις εμπειρίες των ανθρακορύχων του Durham, καταφέρνει να συνοδεύσει κατάλληλα τις αρχειακές εικόνες του Morrison. Φυσικά, και μόνο η δημιουργία τέχνης εμπνευσμένης από τις (δύσκολες) εμπειρίες μιας ξένης προς εσένα κοινωνικής ομάδας σηκώνει μπόλικη συζήτηση, αλλά αυτό θα πρέπει να γίνει κάποια άλλη στιγμή και ίσως να οδηγήσει στο να χάσουμε την ομορφιά που περιέχεται σε αυτές τις συνθέσεις.

Στο “The Miners’ Hymns” o Jóhannsson σχεδόν φαίνεται να προβλέπει την μουσική εξέλιξή του, κρατώντας όμως τα εφόδια τις μέχρι τότε καριέρας του. Είμαι σίγουρος ότι η εν λόγω κυκλοφορία μάλλον θα έχει τη μοίρα να παραπέφτει πάντοτε, είτε από αυτούς που επικεντρώνονται στα πρώτα album τους, είτε από αυτούς που τον γνώρισαν ως επιτυχημένο συνθέτη μεγαλεπήβολων soundtrack.  Μάλλον αρμόζουσα μοίρα δεδομένου του περιεχομένου του. Καλό θα είναι να φροντίζουμε να το φέρνουμε στο φως πότε πότε, για να θυμόμαστε τη σχέση παρελθόντος-μέλλοντος, αλλά και να απολαμβάνουμε την συνθετική του αξία.

Not all’s about the medium

•Μαρτίου 12, 2017 • Σχολιάστε

Νομίζω ότι όσο υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν άνθρωποι που αφιερώνουν χρόνο, χρήμα και συναισθήματα στην σχέση τους με τη μουσική, θα κάθονται να συζητούν για τα διάφορα μέσα που επιλέγονται να την φιλοξενούν όταν ηχογραφείται. Διαφωνίες και προτιμήσεις θα υπήρχαν όταν τα μαγνητικά μέσα ήρθαν να συμπληρώσουν το βινύλιο, όταν η ψηφιοποίηση που έφεραν τα cd ήρθε να αντικαταστήσει το αναλογικό του παρελθόντος και η διαφωνία της δικιάς μας γενιά μάλλον ήρθε κάπου στα late 90s με early 00s με την εμφάνιση του (διαβολικού κατά πολλούς) mp3. Κάπως έτσι ξεκινήσαμε να συζητάμε για ποιότητα, ζεστασιά, ήρθε στο λεξιλόγιό μας πρώτα το lossy και μετά το lossless (με την έλευση του FLAC) για να κάνουμε μια πλήρη περιστροφή και να καταλήξουμε πάλι (μέσω της ευρύτερης vintage νοσταλγίας που μας χαρακτηρίζει) πίσω σε βινύλια, κασέτες και, περιμένω κάπου στο βάθος την επανεμφάνιση του 8-track. Μεγάλος χαμένος της ιστορίας μάλλον το mini-disc που ποτέ δεν κατάφερε να κερδίσει το cult status που θα του επέτρεπε να γίνει το νέο, αγαπημένο μέσο των indie κύκλων.

Σε αντίθεση με ότι διαφαινόταν στις αρχές της νέας χιλιετίας, όπου όλα έμοιαζαν να γίνονται ψηφιακά, και ο κόσμος πετούσε πικαπ, cd players, κασετόφωνα, diskman και άλλα τέτοια ρομαντικά για dvd και σκληρούς δίσκους, η τάση των ’10s είναι πολύ περισσότερο back to basics. Πλέον pickup βρίσκεις ακόμα και δίπλα σε επιτραπέζια και καφετιέρες, το οποίο δεν θεωρώ εν γένει αρνητικό. Το πρώτο βήμα στην επαφή με κάτι, θα πρέπει να είναι εύκολο και affordable, αν δεν θέλουμε να καταλήξουμε σε καταστάσεις στείρου ελιτισμού, που θα πρέπει να καταφύγεις σε κυνήγι θησαυρού για να βρεις αυτό που θέλεις. Από την άλλη πλευρά, η αγορά του ίδιου του βινυλίου έχει αρχίζει να ξεφεύγει σε κόστος. Και δεν μιλάω μόνο για τυχόν μικρές παραγωγές (όπου να δεχθώ ότι το κόστος παραγωγής είναι δυσανάλογα υψηλό) αλλά ακόμα και σε πιο ευρείς κυκλοφορίες οι τιμές πλέον είναι αρκετά δυσπρόσιτες για πολλούς. Το πιο αστείο από όλα είναι ότι φαίνεται να συμπαρασύρει αυτή η τάση και τις τιμές των cd χωρίς να υπάρχει κάποιος ουσιαστικός λόγος, περαν του  «ας βγάλουμε όσα μπορούμε από τα κορόιδα». Οι κασέτες ακόμα διατηρούνται σε φυσιολογικά επίπεδα, αλλά οι μέρες δόξας τους ξανάρχισαν σχετικά πρόσφατα (θεωρώ κυρίως λόγω της αγάπης που έχουν δείξει η ευρύτερη κοινωνία των hipsters για τα 80s), οπότε τους δίνω λίγο χρόνο μέχρι να αναγνωρίσουν οι σχετιζόμενοι τις δυνατότητές τους.

Η κατάσταση με το βινύλιο ειδικά ήταν αναμενόμενο ότι θα κατέληγε εδώ, όταν η μεγαλύτερη μερίδα αφοσιωμένων μουσικόφιλων εκφραζοταν με περισσό πάθος υπέρ της ανωτερότητας του βινυλίου και μετά βδελυγμίας κατά του cd. Κάπως έτσι κάτι που στα 70s ήταν ένα μαζικά παραγόμενο είδος, τώρα έχει αποκτήσει ένα (αδικαιολόγητο πολλές φορές) συλλεκτικό χαρακτήρα είδους πολυτελείας. Το πιο αστείο τον τελευταίο καιρό είναι ότι έχει αρχίσει και μια σχετικά ξέφρενη κούρσα επανεκδόσεων (αυτό που στα 90s γινόταν με τα cd), όπου εκεί σήμερα κάνουμε μια έκδοση στα 500 (και άρα συλλέκτική), του χρόνου μια άλλη έκδοση στα 500 (και άρα πάλι συλλεκτική) και ούτω καθεξής. Το μόνο θετικό στην όλη κατάσταση είναι ότι έχουμε αρχίσει να ξεφεύγουμε από το καθεστώς των μεγάλων ή μεγαλομεσαίων δισκογραφικών και η νόρμα του παρόντος και του μέλλοντος τείνει να γίνει η μικρή εταιρεία, η οποία κατά κανόνα αφιερώνει περισσότερο μεράκι και έμπνευση σε αυτά που κυκλοφορεί, με αποτέλεσμα να βγαίνουν έργα τέχνης από όλες τις απόψεις. Δικτυακοί τόποι όπως το bandcamp, το bigcartel και άλλα έχουν βοηθήσει πολύ στη διάδοση και στην ευκολία στην πρόσβαση σε όλο αυτό το υλικό, αν και ακούω ότι και εκεί έχει ξεκινήσει συζήτηση περί κέρδους και εκμετάλλευσης. Μέχρι στιγμής πάντως το μοντέλο λειτουργεί, αν και απαιτεί στενή παρακολούθηση καθώς οι περισσότερες μικρές κυκλοφορίες δύσκολα βγαίνουν σε πάνω από 100 αντίτυπα. Πάντως ως έρευνα αγοράς οι τιμές παραμένουν πολύ χαμηλές, ειδικά αν υπολογίσει κάποιος την ποιότητα των περισσότερων. Ίσως η καλύτερη απόδειξη ότι αν έχεις έμπνευση, δε χρειάζεσαι πολλά για να δημιουργήσεις ομορφιά.

Δεν ξέρω αν θέλω να καταλήξω σε κάποιο συγκεκριμένο συμπέρασμα, αλλά νομίζω ότι όσο και αν μας αρέσει η φυσική πλευρά της ηχογραφημένης μουσικής, όσο και αν θεωρούμε ολοκληρωμένο ένα έργο όταν έχει και ένα καλοφτιαγμένο περιτύλιγμα, καλό θα είναι να διατηρούμε μια κρίση στο πότε η εμπορική πλευρά τείνει προς την εκμετάλλευση. Δεν θα το καταφέρουμε πάντα, γιατί ποιος μπορεί να ελέγξει τα πάθη του πάντα, αλλά η πρόθεση χρειάζεται να υπάρχει.