Skeletons in the closet

•Σεπτεμβρίου 20, 2016 • Σχολιάστε

Δεν νομίζω ότι θα αποφεύγαμε αυτή εδώ την αναφορά. Εγώ προσωπικά δεν θα το ήθελα κιόλας. Υπάρχει κάποιος λόγος μερικές φορές που όλοι μιλάνε για κάτι, και το «Skeleton Tree» έχει διάφορους τέτοιους λόγους. Νομίζω ότι μερικοί από αυτούς τους λόγους παραείναι προσωπικοί για τον δημιουργό του, ώστε να αναλύονται από τον κάθε άσχετο, οπότε θα το αποφύγουμε εδώ, έστω και αν είναι ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους του τελικού δημιουργήματος.

Στο όνομα της απόλυτης ειλικρίνιας, θα παραδεχτώ ότι είμαι αρκετά νεόκοπος φίλος του Cave. Δεν με έχουν στιγματίσει τα κλασσικά, δεν πόνεσα με το «Murder Ballads», όταν τον είχα πρωτοδεί στο «Der Himmel Uber Berlin» δεν είναι καμιά σχέση με τη μουσική του, με αποτέλεσμα να μην είμαι και ο πλέον αναλυτικός παρατηρητής της ευρύτερης πορείας του. Αυτό με κάνει να συμπαθώ και album που οι «κανονικοί» οπαδοί ακούν και ανατριχιάζουν (το «Lyre of Orpheus» π.χ. – με την εξαίρεση του υπερβολικά ροκενρολ «Dig Lazarus Dig»), ενώ νομίζω ότι έχω αναφέρει και στο παρελθόν ότι το αγαπημένο μου album του πλέον είναι το προηγούμενο, «Push The Sky Away». Αν κάτι ξέρει να κάνει ο Cave σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του είναι να περιτριγυρίζεται από εξίσου (ή και περισσότερο, όπως το δει κανείς) ταλαντούχους μουσικούς. Και σε μια λίστα που περιλαμβάνει τον Adamson, τον Blixa, τον Mick Harvey ή τον Foetus, η μεγαλύτερη, με διαφορά, συμπάθειά μου είναι ο Warren Ellis, κυρίως γιατί οι Dirty Three ήταν και θα είναι για πάντα Τεράστια μπάντα. Όποιος λοιπόν δεν ακούει την επιρροή του Ellis στην συνθετική προσέγγιση των τελευταίων δίσκων, τότε μάλλον δεν ακούει και πολύ προσεκτικά. Και αν το «Push The Sky Away» ήταν το πιο αφαιρετικά αφηρημένο μέχρι στιγμής, τότε στο «Skeleton Tree» έχουν μείνει μόνο τα ημι-ξεθωριασμένα περιγράμματα των τραγουδιών.

Είναι αρκετά κατανοητός ο λόγος για την ατμόσφαιρα και τα κυρίαρχα συναισθήματα του δίσκου. Δεν υπάρχει ιδιαίτερη ελπίδα, δεν υπάρχει ιδιαίτερη διέξοδος, εκεί που στο προηγούμενο οι αναφορές προς τον ουρανό και τα άστρα ήταν αρκετές, τώρα κοιτάμε μόνο προς τα μέσα και δεν μας αρέσει πολύ αυτό που βλέπουμε γιατί τα γεγονότα δεν βγάζουν πολύ νόημα. Ανεξαρτήτως προσωπικών εμπειριών του καθενός, είναι δεδομένο νομίζω ότι πάρα πολλά στη σημερινή εποχή δεν βγάζουν κανένα νόημα και γι’ αυτό έχουμε πολλά θέματα που δεν μπορούμε να λύσουμε σε τούτο τον κοσμάκη. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που η (απέλπιδα) προσπάθεια της κατανόησης των καταστάσεων που αποπνέει το «Skeleton Tree» μιλάει τόσο πολύ στους περισσότερους ακροατές του. Η βοήθεια του Ellis είναι ακόμα πιο έντονη τώρα, οι συνθέσεις είναι ακόμα πιο μινιμαλιστικές, πιο υποτονικές, πιο αφηρημένες από οποτεδήποτε, για να ταιριάξουν και με μια διαφοροποίηση στο ύφος των στίχων του Cave, αυτών των ελαφρά παραληρηματικών μονολόγων που απευθύνονται σε όλους και σε κανένα. Όσες φορές και να το ακούσω μέχρι τώρα, δεν μπορώ να ξεχωρίσω τα τραγούδια, νιώθω ότι εκεί που τελειώνει το ένα, ξεκινάει το επόμενο σε μια αδιάκοπη προσπάθεια να εκφραστεί όλο το βάρος του κόσμου χωρίς ανάσα σχεδόν. Την πρώτη μέρα που το άκουσα, χωρίς υπερβολή δεν πρέπει να άκουσα κάτι άλλο μέχρι να κοιμηθώ και παρόλα αυτά δεν μπορούσα να πω με σιγουριά πότε τέλειωνε το ένα τραγούδι και πότε ερχόταν το άλλο. Δεν νομίζω να έχει ξαναπλησιάσει ποτέ ο Cave την ambient μουσική, όσο με αυτό εδώ το δίσκο. Και δεδομένου ότι είναι από τα αγαπημένα μου στυλ, δεν μπορεί παρα να με κερδίσει ακόμα περισσότερο το «Skeleton Tree». Το άλλο μεγάλο ατού του δίσκου, είναι ότι παρά την απόλυτα προσωπική φωνή του, δεν καθίσταται σε καμιά περίπτωση άβολη διαδικασία για τον εξωτερικό ακροατή.

Τα μεγάλα δράματα συχνά έχουν οδηγήσει στη δημιουργία μεγάλων αριστουργημάτων σε διάφορες μορφές τέχνης (με τρανταχτή εξαίρεση ίσως το εκτρωματικό τελευταίο Buck 65). Δεν θα ήθελα σε καμιά περίπτωση να μείνει το «Skeleton Tree» στην ιστορία ως το «album του δράματος», έστω και αν αυτό είναι ένα μεγάλο κομμάτι της προσωπικότητάς του. Δεν έχω δει το «One More Time With Feeling», οπότε δεν ξέρω και τη διαδικασία εξορκισμού της κατάρας του Cave, κάποια στιγμή λέω να το κάνω, αλλά προς το παρόν μου αρκεί η παρέα του δίσκου. Ενός δίσκου τόσο ισοπεδωτικού που δεν σε αφήνει σε ηρεμία όσο ευχαριστημένος και να είσαι με την ύπαρξη σου. Χωρίς να θέλω να ξεχωρίσω κάποιο κομμάτι ποιοτικά, θεωρώ ότι όλος ο χαρακτήρας του δίσκου βρίσκεται συμπυκνωμένος κυρίως στα 4:51 του «Girl In Amber». Πραγματικά δεν ξέρω αν αυτός είναι ο καλύτερός του δίσκος, δεν ξέρω καν αν είναι καλύτερος από το «Push The Sky Away» (δεν νομίζω πάντως), αλλά σίγουρα είναι ένας δίσκος που θα μείνει στην ιστορία, πιθανώς για λάθος λόγους ενίοτε όπως προείπα και παραπάνω. Δημιουργικά πάντως ο Cave και οι Κακοί Σπόροι του φαίνεται ότι έχουν πολλά ακόμα να δώσουν. Ελπίζω απλά την επόμενη φορά να μη χρειάζονται τέτοια ερεθίσματα για έμπνευση. Δεν ξέρω αν θέλω ή μπορώ να δω το «One More Time With Feeling», αλλά σίγουρα αυτή τη στιγμή ο δίσκος είναι ένα μεγάλο κομμάτι ενός μουσικού φθινοπώρου που προβλέπεται ήδη φορτσάρισμένο. Ίσως γιατί όλοι χρειάζεται να αναλογιστούμε τις διάφορες απώλειες γύρω μας.

 

 

 

a new decade yesterday

•Σεπτεμβρίου 15, 2016 • Σχολιάστε

Αν και αναπόφευκτα θα αποκτήσει λίγο επετειακό χαρακτήρα η παρούσα δημοσίευση, η αλήθεια είναι ότι ενώ τη σκέφτομαι αρκετές μέρες, μόλις σήμερα διαπίστωσα ότι αισίως έχουν περάσει 10 χρόνια (παρά πέντε ημέρες) από την έναρξη λειτουργίας του υπέροχου χώρου τούτου. Βέβαια κατά την διάρκεια συγγραφής έχω ακούσει ήδη ερώτηση για τα βυζιά της Άννας-Μαρίας Λογοθέτη, οπότε καταλαβαίνουν όλοι ότι οποιαδήποτε νοσταλγική διάθεση για τον χρόνο που έχει περάσει από την τελευταία φορά που βρεθήκαμε εδώ καθίσταται μάλλον άτοπη. Επίσης διαπίστωσα ότι έχουν περάσει άνω των 2 ετών από τότε που εμφανίστηκα τελευταία φορά εδώ, άνω του ενός από την τελευταία φορά που ο φίλος Μανώλης επανήλθε για να αναζωογονήσει λίγο την κατάσταση εδώ μέσα. Οποιαδήποτε προσπάθεια ανασκόπησης του χαμένου χρόνου φυσικά και είναι ελαφρώς ανούσια, αλλά και σχεδόν αδύνατη, κυρίως γιατί δεν την κάνουμε συχνά ούτε στην κανονική μας ζωή.

Δεν ξέρω αν ήταν ενσυνείδητη απόφαση του αφεντικού, να ξεκινήσει το Sonic Death Monkey Σεπτέμβρη μήνα, αλλά σίγουρα μας ταιριάζει η ατμόσφαιρά του. Μιλώντας για τον Σεπτέμβρη του 2016, συγκρινόμενο με αυτόν του 2006, δεν ξέρω αν έχουμε αλλάξει όσο θα θέλαμε ή περισσότερο από όσο θέλαμε, αλλά σίγουρα αυτή η δεκαετία αύξησε σημαντικά τη μάστιγα των mid-30s που λέγεται κοινωνικές υποχρεώσεις με αποτέλεσμα εκεί που κάποτε συζητούσαμε που θα βγούμε να πιούμε τα σαββατοκυρίακα, τώρα μετράμε πόσες βαφτίσεις και γάμους έχουμε. Κατά τ΄άλλα δουλεύουμε περισσότερο, αγοράζουμε μουσική λιγότερο, έχουμε καιρό να διαβάσουμε το High Fidelity, φοβόμαστε ότι υπάρξει κάποια συμπαντική απώλεια αν κλείσει το Star και σταματήσουν να παίζουν τα Φιλαράκια τα μεσημέρια του Σαββατοκύριακού και φυσικά ακόμα δεν έχουμε καταλήξει σε κάποιο σοβαρό συμπέρασμα για το που πάμε και τι κάνουμε. Νιώθω λίγες τύψεις που ποτέ δεν έκατσα να γράψω στα early 20s κάποιο γράμμα στον μελλοντικό εαυτό μου, όπως κατά κόρον γίνεται στα ανά τον κόσμο sitcoms, αλλά δεν ξέρω αν είχα να μου πω και τόσα πολλά πράγματα. Βέβαια να την πούμε την αλήθεια, έγιναν βήματα προσέγγισης προς το φινάλε το High Fidelity, καθώς ο ένας εκ της παρέας αποφάσισε να γίνει μέρος της φάσης λίγο παραπάνω (΄»You’re making something. You – the critic, the professional appreciator – put something new into the world. And the second one of those things gets sold, you’re officially a part of it.» που έλεγε και η Laura) και κάθεται τώρα και αγχώνεται αν θα πάνε καλά οι συναυλίες και αν θα πουλήσουν οι κυκλοφορίες και αν θα είναι όλα καλά και εμείς οι υπόλοιποι νιώθουμε αρκετά περήφανοι. Και φυσικά το προβλήματά μας και τα άγχη μας έχουν γίνει κάπως πιο σοβαρά, αν και όχι τόσο σοβαρά όσο του Nick του Cave που είναι το μουσικό θέμα των ημερών, εν μέρει γιατί έβγαλε ένα φανταστικό δίσκο (αν και όχι τόσο φανταστικό όσο το «Push The Sky Away») και κρίμα που δεν είναι το θέμα των ημερών μόνο γιατί έβγαλε ένα φανταστικό δίσκο. Τουλάχιστον θεωρώ θετικό ότι με απασχολούν ακόμα τα μουσικά θέματα των ημερών, γιατί αν με απασχολούσαν μόνο τα κανονικά θέματα των ημερών θα είχαμε σοβαρό πρόβλημα.

Με είχε πιάσει τις τελευταίες ημέρες μια όρεξη για live οπότε κοιτούσα το γενικότερο πρόγραμμα του φθινοπώρου , οπότε και συνειδητοποίησα ότι αν το τηλεοπτικό καλοκαίρι κυριαρχήθηκε από τρομερή νοσταλγία τόσο για τα 80s, όσο και για τα late 70s (λέγε με Stranger Things και The Get Down), όλη αυτή η κατάσταση ωχριά τρομερά μπροστά στο τι έχει κανονιστεί να παίξει τους επόμενους μήνες. Ημι-ξεχασμένοι, ξεχασμένοι, νεκραναστημένοι και διάφορα στάδια αποσύνθεσης θα κοσμήσουν τις αθηναϊκές μουσικές σκηνές. Βέβαια για να πω την αλήθεια, είμαι σχεδόν σίγουρος ότι θα υπάρχουν και πιο επίκαιρα πράγματα, πιθανότατα σε πιο υπόγειο επίπεδο, αλλά η πληροφόρησή μου δεν είναι αυτή που ήταν κάποτε. Κάποτε αυτή η διαπίστωσε θα με έθλιβε ελαφρώς, ή όχι και τόσο ελαφρώς. Αυτή τη στιγμή δεν με θλίβει και τόσο. Δεν ξέρω αν πρέπει να ανησυχήσω ή να το αποδεχθώ. Κάπου εδώ θα έπρεπε να εξαχθεί ένα βαθύ συμπέρασμα για την ανθρωπινη ύπαρξη, αλλά έχω συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι δεν είμαι καλός στα βαθιά συμπεράσματα. Τουλάχιστον είναι ένας ακόμα καλός χρόνος μουσικά, τουλάχιστον ακόμα έχουμε όρεξη να διαπιστώνουμε ότι είναι ένας ακόμα καλός χρόνος μουσικά, γιατί κατά τ’ άλλα η κατάσταση έχει ξεφύγει από το γελοία σουρεαλιστικό και έχει αρχίσει να οδεύει ολοταχώς προς το τρομακτικά δυστοπικό. Σε κάθε περίπτωση η νοσταλγία είναι γοητευτικό συναίσθημα αλλά και αρκετά επικίνδυνο, αν το αφήσεις ανεξέλεγκτο.

Καλή αρχή σαιζόν λοιπόν, καλή παρακολούθηση στις εξελίξεις, καλά κουράγια, καλά σχέδια για το μέλλον, καλές ισορροπίες και καλά κρασιά. Μεγάλο χρονικό διάστημα οι δεκαετίες. Μεγάλα project οι ανασκοπήσεις. Και η μόνη που μπορούμε να κάνουμε με σιγουριά είναι η παρακάτω:

  1. Helios – Eingya
  2. Ulver – Shadows of the sun
  3. When – You are Silent
  4. Ben Frost – By The Throat
  5. Kammerflimmer Kollektief – Wilding
  6. Bill Wells & Aidan Moffat – Everything’s Getting Older
  7. Anais Mitchell – Young Man In America
  8. Nick Cave & The Bad Seeds – Push The Sky Away
  9. Jenny Hval & Susanna – Meshes Of Voice
  10. William Basinski – Cascade
  11. ?

ημερολογιακό

•Ιουνίου 21, 2015 • Σχολιάστε

Ο μήνας της εκκρεμότητας. Σωθικά, συκώτι, στριφογύρισμα, ύπνος ποτέ. Προχωράμε στο δρόμο, κάνει ζέστη, να πάμε που παίζουν οι DEAF CENTER στο Βερολίνο. Κοτζάμ Ευρώπη μένουμε. Διαδηλώσεις. Λαϊκή μουσική στα παράλια της Αττικής, αυτοακρωτηριασμός επιπέδου δύο. Φτηνό αλκοόλ. Λάθος, δωρεάν αλκοόλ. Όλα λάθος. Η θάλασσα στις τρεις τη νύχτα. Νικάμε σε κόντρα, επιστροφή. Παντού ελληνική λεβεντιά, ψυχή, dna, προϊόντα, γείτονες, τσαμπουκάς, όλα ελληνικά, μην τους πεις για ελληνικό νόμισμα μόνο, είναι υπερήφανοι. Θα έχει και η Κ. σπίτι να μας φιλοξενήσει, έλα, σπάνια παίζουν, δεν έχω λεφτά βέβαια, αλλά πάμε. Κάνει ζέστη και όλα τα σκυλιά είναι συμπαθητικά. Αδικία.

Πάμε, πάμε, σκέψου

Κίτρινο αλκοόλ, καλύτερο, αθηναϊκός ουρανός, ζέστη, σκυλιά, εκκρεμότητα, αδικία, άγχος, να πάμε έξω. NBA JAM. Μοιάζει με ποιήμα του Μπογδάνου. Άνθρωποι, δέκα κουβέντες, μάνες, yo. Ύπνος ποτέ. Αύριο βάφτιση. Αδικία. Καλά το σκεφτόμαστε, είναι τον άλλο μήνα άλλωστε, ακριβώς σε ένα μήνα, παίζει να βρούμε εισιτήρια. Του Βασίλη του αρέσει η Γεωργία, αλλά είναι μαζί με μια κοπέλα. Και οι δύο, αλλά όχι με την ίδια. Ο Νίκος θα ανέβει στην Καρδίτσα. Πολύ σημαντικές πληροφορίες.

Ξημερώνει, επιστροφή, αποχαιρετισμοί, κίνηση τηλεφωνάκι με το χέρι, να πάμε Βερολίνο

Μετρό, ζωγραφισμένα παιδιά στο πρόσωπο, τσακωμοί, αναμονή, ζέστη, επαναφορά του άρθρου με τα δέκα άλυτα μυστήρια του μετρό στο μυαλό, δεξιά και αριστερά τίποτα άλυτο εδώ, αδικία, κυρία κουβαλάει γλαστράκι επιπέδου τρία, ίσως μπαμπού, ήχος αποφόρτισης κοννεκτγιοτσάρτζε, ξεκινάμε, ύπνος τώρα.

Ξύπνημα αεροδρόμιο, καφές μονός ελληνικός παρακαλώ, αεροσυνοδός, κίνηση για το γνωστό σποτ, ήλιος, κανένα αεροπλάνο να φεύγει, κανένα να έρχεται επίσης, ήρθα με δύο ώρες καθυστέρηση για μέγιστη έκθεση σε στιγμιότυπο.

Εκκρεμότητες
Ένα εισιτήριο για την επόμενη πτήση. Για Deaf Center. Παρακαλώ. Ύπνος ποτέ

record discogs day

•Απριλίου 23, 2015 • Σχολιάστε

To 2004 ανεβαίνουμε μια μέρα σχολή γιατί είχαμε κάτι εργαστήρια κυματικής, εγώ, ο Αχιλλέας και ο Παναγιώτης. Τους λέω πως μετά θα κατέβω στο κέντρο για καμιά βόλτα γιατί θέλω να κάνω μια περασιά από το Jinx. Ο Παναγιώτης βγάζει από την τσάντα του ένα cd και μου το δίνει, λέγοντάς μου «για δες εδώ εξώφυλλο που αγόρασα, το παρήγγειλα από ένα δισκάδικο στο Περιστέρι, τώρα πάω σπίτι να το βάλω, έχεις ακούσει;». Μου είχε δώσει το Chocolate Wheelchair Album του Venetian Snares, και δεν το είχα ακούσει. Δεν ήξερα ποιος είναι ο Aaron Funk το 2004, αλλά το εξώφυλλο με αρρώστησε λιγάκι, μια καρέκλα φτιαγμένη από σοκολάτα με φόντο το ηλιοβασίλεμα. Γύρισα σπίτι, κατέβασα δύο κομμάτια από ένα bot στο undernet με την pstn μου, τα έβαλα στο windows media player, δεν είχα τέτοια ακούσματα, μου έκανε εντύπωση, λίγες μέρες μετά ο Παναγιώτης μου το αντέγραψε σε cdr, ακόμα πρέπει να το έχω κάπου, ωραίο το Chocolate Wheelchair Album.

Από τότε μεσολάβησε η αναβίωση του βινυλίου, αρκετά ακόμα εργαστήρια φυσικής, δεκάδες albums του Venetian Snares καθώς και μια εντελώς μεθυσμένη του εμφάνιση στην Αθήνα όπου τον είδαμε να αλλάζει cd και να ερωτοτροπεί επί σκηνής λίγο πριν διασκευάσει Mötley Crüe. Κυρίως όμως μεσολάβησε το τιτανίου διαμετρήματος «Rossz Csillag Alatt Született», κάπου ένα χρόνο μετά. Να θεωρήσετε πως έγραψα μια βερμπαλιστική παράγραφο για τον δίσκο αυτό, πως εξήγησα τι σημαίνει για μένα, ανέλυσα σε βάθος σε τι μουσικές ακροάσεις με συνέστησε, με ένα ωραίο πρόλογο, ένα εύστοχο και τουδεπόιντ κυρίως θέμα και ένα νοσταλγικό/συγκινησιακό επίλογο περί του πόσο ωραίο πράγμα είναι να έχεις δέκα-δεκαπέντε-σαράντα δίσκους για τους οποίους μπορείς να γράφεις για πάντα, ανεξάρτητα με την ακουστική φάση που είσαι ανά περίοδο. Ας υποθέσουμε πως συνέβησαν όλα αυτά, και ας αναφερθεί επιπλέον πως επειδή άρχισα να ασχολούμαι με τη μουσική γύρω στα τέλη των 90’s, τα δισκοπωλεία τότε είχαν cd. Compact Disc. Αλλά το cd δεν πιάνει μια μπροστά στο βινύλιο, οπότε ο καπιταλισμός προσπάθησε να δημιουργήσει την ανάγκη για λίγο χρτς χρτς την ώρα που ξεκινάει το κομμάτι, και αμέσως μετά να την καλύψει : Επίστροφή στο βινύλιο, έχει καλύτερες συχνότητες από το cd, γιατί δεν ξέρω αν σας είπα, εκεί στο Λύκειο ήμασταν ένα audiophile παρεάκι και στις κοπάνες μας μπαίναμε κρυφά στα στούντιο της ΕΡΤ για να ακούσουμε Deutsche Grammophon, δεν ακούγαμε Slayer με walkman δηλαδή.

Η Record Store Day ξεκίνησε σαν την ημέρα των ανεξάρτητων δισκοπωλείων και μικρών δισκογραφικών, δίνοντας ευκαιρία στα μικρά labels και τα μικρά δισκοπωλεία να εορτάσουν την επιστροφή των ανθρώπων στη μουσική. Η ιδεά ήταν καλή, αλλά η απόσταση μιας καλής ιδέας από μια ωραία κατάσταση είναι ενίοτε μερικά interstellars δρόμος, οπότε και ερχόμαστε στη σημερινή παράνοια όπου μεγάλος αριθμός ανεξάρτητων δισκοπωλείων και μικρών δισκογραφικών κράζει ανελέητα (και δικαίως) την Ημέρα Jack White επειδή τελικώς αυτό το πράγμα έζησε και θα πεθάνει με το αίσθημα του ανεκπλήρωτου. Διότι για να τυπωθούν τα εκάστοτε picture 7″ του Bono και του David Bowie (με μαλλί), καθώς και τα καθόλα χρήσιμα και underground box sets των Jimi Hendrix και Bob Marley, τα εργοστάσια ρίχνουν κάτι χυλόπιτες στους μικρότερους και ανεξαρτητότερους, ανάλογες μόνο με τις πικρές λυκειακές: Χάλια. Για να καταφέρει ένα label να βγει στη ζούγκλα του marketing, πρέπει να γνωρίζει πως το ένα τρίτο του ημερολογιακού έτους, τα εργοστάσια είναι απασχολημένα με την RSD, και όχι με τις «μικρές» κυκλοφορίες της ημέρας. Ο κόσμος μαζεύεται στα δισκάδικα όχι για να ψάξει, να ακούσει, να μιλήσει, να εορτάσει, να πιεί δυο μπύρες και να λέει στον θείο του τον Τάκη που άκουγε Dire Straits πως «ναι θείε Τάκη, βγαίνουν ακόμα βινύλια, να πήρα προχτές ένα», δεν μαζεύεται για όλα αυτά, μαζεύεται για να φορτώσει περιορισμένες εκδόσεις με τα τσουβάλια και να αρχίσει το πανηγύρι στο ίντερνετ.

Και εδώ μπαίνω εγώ στην ιστορία, που ως 20άρης δεν αγόρασα το «Rossz Csillag Alatt Született» σε δίσκο, αυτό έπιασε τριψήφιους με συνοπτικές, και ως 30άρης ήθελα στις 18 Απριλίου να αγοράσω τον ίδιο δίσκο, σε RSD edition πεντακοσίων χρωματιστών αντιτύπων.

paradinas

εδώ ο Mike Paradinas (μ-Ziq), ιδιοκτήτης της Planet Mu, σερβίρει πέντε RSD εκδόσεις του Aaron Funk σε τυχερό φωτογράφο. Οι διαμαρτυρίες για το ακραίο sold out του «Somerset Avenue Tracks» δεν δείχνουν να τον πτοούν τρομερά σε αυτή τη λήψη.

Το ακόμα πιο ωραίο, είναι πως οι RSD κυκλοφορίες δεν πάνε σε όλα τα δισκοπωλεία. Άλλος τα φέρνει μόνο στο Nashville στο προσωπικό του δισκοπωλείο/σπίτι/εργοστάσιο, άλλα πάνε μόνο Αγγλία/Αμερική/Καναδά (όπως τα Venetian Snares), και μένουμε εμείς με τα εφτάρια Bowie και το discogs, όπου είναι το καλύτερο δισκάδικο της γειτονιάς σου. Είναι λίγο ακριβό, αλλά η αγάπη (και η ανάγκη ε) για το βινύλιο είναι υπεράνω χρημάτων, υπεράνω μισθών. Οπότε επειδή τα δισκάδικα είτε σνομπάρουν τη φάση (και καλά κάνουν) είτε δε φέρνουν αυτά που ψάχνω (όχι μόνο εγώ! και εσύ! όλοι μας!), για να βρω το γαμημένο αντίτυπο που θα ήθελε να είχε πάρει το 2015 ο 40άρης εαυτός μου, πρέπει να αγγαρεύω κόσμο στα εξωτερικά να πάει να μου τον πάρει. «Έλα Αντρέα, ναι ο Μανώλης είμαι, ναι ρε πριν εφτά χρόνια που είχαμε πάει για καφέ σε εκείνο στο Θησείο που.., ναι καλά είμαι, α χώρισες με την Γιώτα, ναι να σου πω, μήπως μπορείς να πεταχτείς μέχρι Brick Lane να μου πάρεις ένα δίσκο, ναι βγαίνουν ακόμα δίσκοι, α δε μπορείς έχεις πιλάτες δεν πειράζει Αντρέα μου φιλιά, να τα πούμε ε;». Eίναι άκομψο, στα όρια της χυδαίας αγγαρείας, αλλά συνέβη, έστειλα πέντε άτομα (ευτυχώς οι περισσότεροι θα κατέβαιναν ούτως η άλλως) σε Λονδίνα, Μάντσεστερ, Νιουκάστλ, Άμστερνταμ και Παρίσι να μου βρουν ένα δίσκο που δε μπορώ να πάρω από το ίντερνετ, γιατί σήμερα γιορτάζουμε τα δισκάδικα και τη σύσφιξη σχέσεων με ανθρώπους που μένουν μακριά. Για να μην πολυλογώ περισσότερο, πήγαν όλοι, οι περισσότεροι ήταν εκεί από πρωινές ώρες, σε γνωστά και μη δισκοπωλεία της αλλοδαπής, αλλά ούτε ένας δεν βρήκε το «Rossz Csillag Alatt Született». Δεν ξέρω αν τα μαγαζιά την έχουν δει «δεν τα βγάζω καν στα ράφια και τα ρίχνω στα ebay», ή δε θέτουν όριο αγοράς, ή δεν μπορούν να διαχειριστούν και οι ίδιοι τη γενικευμένη παράνοια τελοσπάντων, αλλά το point είναι πως εννιά στα δέκα βρίζω την ηλίθια record store day για τα παράδοξα που δημιουργεί, και ένα στα δέκα εκνευρίζομαι πολύ με τον εαυτό μου που κάθε (μα κάθε) χρόνο βρίσκω μερικές κυκλοφορίες που θέλω, που ψάχνω, που βρίζω, που βρίσκω ή δεν βρίσκω. Την επόμενη κιόλας, 19 του μήνα, το discogs άρχισε να παίρνει φωτιά, καθώς ο δίσκος άρχισε να ανεβαίνει στις γνωστές τριψήφιές του τιμές, και πωλήθηκε αρκετές φορές μάλιστα, τα αγόραζαν δηλαδή, ήμουν αποπάνω, 75 λίρες κύριε; βεβαίως, σας το τυλίγω με αγάπη, μέχρι που στις τρεις τη νύχτα ώρα ελλάδος πέτυχα τον ένα απαραίτητο αμερικάνο που δεν είχε καταλάβει την αξία του δίσκου, και τον αγόρασα νύχτα (πιο νύχτα δεν πάει) για 23$ και πήγα για ύπνο με «απεταξάμην τη μαλακία» νανούρισμα.

Για να συνοψίσω τα first world problems λοιπόν, την ημέρα που εορτάζουμε τα δισκοπωλεία, αγόρασα ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ ένα δίσκο που κόπηκε και πωλήθηκε κυρίως στην Αγγλία, αλλά δεν τον έβρισκες στην Αγγλία. Αυτό το πράγμα είναι ψυχεδελικό, και καλό θα ήταν να πάει στο καλό σιγά σιγά. Γιατί το πιο «record store» πράγμα αυτού του κειμένου είναι το cdr του Chocolate Wheelchair Album που μου έγραψε ο Παναγιώτης το 2004.

Εδώ ακούμε το Második Galamb

..και εδώ την καλύτερη διασκευή που έχει γίνει στους Led Zeppelin

αιώνας

•Φεβρουαρίου 5, 2015 • Σχολιάστε

Σήμερα είναι 5 Φεβρουαρίου του 2015, η ημέρα που ο William S. Burroughs θα έκλεινε τα 101 του έτη. Η περσινή χρονιά, το έτος William Burroughs, συνοδεύτηκε με μερικά ωραία αφιερώματα στην πορεία και στο έργο του, όπως και αμέτρητα βιογραφικά και βιωματικά σημειώματα στον ωκεανό της ανθρώπινης συνεύρεσης, το διαδίκτυο. Δε θα κουράσω με προσωπική σκοπιά, με αποσπάσματα από τις Πόλεις ή του Γυμνού Γεύματος, απλά στο πικάπ θα παίζει σε χαμηλή ένταση η πρόσφατη επανακυκλοφορία του Nothing Here Now But The Recordings (ευχαριστούμε Dais Records), ενώ ταυτόχρονα, σε εξίσου χαμηλή ένταση, θα ξαναβλέπω το A Man Within

τι εννοείς γιατί ταυτόχρονα;

perfect day

•Φεβρουαρίου 1, 2015 • Σχολιάστε

Υπάρχει μια κατάσταση που αναμειγνύεις ανεπανόρθωτα πολλά είδη αλκοόλ, χωρίς να παραδέχεσαι τον λόγο, που μετά βγαίνεις έξω, δε μιλάς με κανέναν μιλώντας με όλους, που πάει τέσσερις, τσακώνεσαι με τον ταξιτζή επειδή δε χαμηλώνει τον σταθμό της εκκλησίας (τοσηδά Αθήνα, νόμιζες θα μου ξέφευγες;), μπαίνεις στο σπίτι, ακροβατείς να μην πατήσεις έναν Duncan/O’rourke και έναν Pierre Henry που γλίστρησαν και οριζοντιώθηκαν (μαζί τα ήπιαμε), ξαπλώνεις με παραπανίσια στροφορμή, κοιτάζεις προσεκτικά το ταβάνι με ανεξήγητη απορία, έπειτα παίζεις ένα παιχνίδι με quiz στο κινητό που δε θυμάσαι πως ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ βρέθηκε εκεί, δε θυμάσαι επίσης πόσες επιστολές του Παύλου προς τον Φιλήμονα περιέχονται στην Καινή Διαθήκη, χάνεις στην κατηγορία Θρησκεία την ίδια ακριβώς στιγμή που ο ταξιτζής σου βγαίνει ταξιτζής της χρονιάς στο taxibeat, εσύ γυρίζεις πλευρό, αναρωτιέσαι γιατί έτσι; και κοιμάσαι. Είναι εορταστικό βράδυ Σαββάτου, χρόνια πολλά Κώστα, όλοι έχετε πάει σε πολλά εορταστικά βράδια.

Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι το γιατί έχω ξυπνήσει (και σηκωθεί απότομα) από τις οκτώ το πρωι με αποκλειστικό -και μυστηριωδώς προφανή- σκοπό να ανοίξω ένα youtube link με το Perfect Day του Lou Reed και να το ακούσω δεκαπέντε φορές σερι κοιτώντας συνεχώς τη φωτογραφία του Lou Reed που ανέβασε ο uploader μαζί με το κομμάτι. Το στομάχι είναι διαλυμένο, δεν έχω πιεί νερό, δεν έχω ρίξει νερό στο πρόσωπό μου, δεν έχω φτιάξει καν καφέ.

Lou Reed. Perfect Day. Όλοι έχετε perfect days.

τα φετινά είκοσι

•Δεκεμβρίου 30, 2014 • Σχολιάστε

Λίγη ένοχη σιωπή μετά, η κακιά συνήθεια προλαβαίνει τη διαπίστωση πως οι λίστες έχουν γίνει πια κάτι αρρωστημένα βαρετό και κοινότυπο. Κοιτάζω δεξιά και αριστερά, πίσω, λίγο συνωμοτικά, ευτυχώς έχω ψευδώνυμο εδώ, και ξανακάνω αυτό που ξαναείχα σκοπό να μην ξανακάνω, μια κατάταξη. Ας σημειωθεί πως ο ιστότοπος εδώ ήταν οριακά νεκρός, οπότε αν έπρηζα λίγο πιο σταδιακά ίσως να μην υπήρχε καν υποτυπώδης λόγος για λίστα, πάντως βρέθηκε κάποιος ελεύθερος χρόνος και άρα κάποιος λόγος, μέθοδος ποτέ. Συνοπτικά, μάλλον η τελευταία χρονιά που μπαίνω στη διαδικασία, του χρόνου με την επόμενη θα εξηγήσω περαιτέρω τους λόγους που είχα αναφέρει πέρσι. Για τους αναγνώστες, ο RR με λυπήθηκε και μου έστειλε τελικά τις κυκλοφορίες (θαύμα, θαύμα!), έξω κάνει σατανιστικό κρύο (τώρα που μιλάμε), μια συμμορία με κυβερνητικούς νεοναζί πήρε λίγο από τον περιρρέοντα ψόφο (τώρα που μιλάμε), και κλείνοντας θα ήθελα να ευχηθ

01. John Lacey, COUM Transmissions – Music For Stocking Top, Swing And Staircase (other ideas)

Όσα και να γράψω για αυτό εδώ θα είναι λίγα. Ο John Lacey υπήρξε μέλος των Coum Transmissions του Genesis P-Orridge, ενώ παράλληλα έπαιζε με τη δική του μπάντα, τους Vacuum Multimedia Theatre Troupe. Κατόπiν γνώρισε τον Chris Carter, με τον οποίο σύστησε τους Genesis P-Orridge και Cosey Fanni Tutti. Λίγα χρόνια αργότερα, ο κόσμος έμαθε τους Throbbing Gristle. Το Music For Stocking Top, Swing And Staircase αποτυπώνει μέρος μιας δωδεκάωρης εμφάνισης των Cosey Fanni Tutti, Genesis P-Orridge και Tom Reindeerwork, ως COUM Transmissions, στο Gulbenkian Hall του Royal College of Art του Λονδίνου, την 1η Οκτωβρίου του 1974. Όση από την ηχογράφηση διασώθηκε, ηχογραφήθηκε σε φορητό κασσετόφωνο του John Lacey, με τον ίδιο να έχει στήσει σχεδόν όλα τα ηχητικά. Τους COUM Transmissions και τις δισκογραφικές τους δουλειές τις γνωρίζετε, αυτό όμως που συμβαίνει εδώ είναι υπεράνω κάθε περιγραφής, είναι η πρώιμη πειραματικότερη εκδοχή των TG στα καλύτερά της. Είναι ο William Burroughs στις Πόλεις της Κόκκινης Νύχτας. Είναι οι δύο πλευρές του Journey Through A Body αλλά ακόμα πιο αυτοσχεδιαστικές. Και αγαπάμε το βινύλιο γενικά, αλλά το πράγμα αυτό είναι τόσο ενιαίο που η αλλαγή πλευράς το σκοτώνει (και είναι και πετσοκομμένο), οπότε προτιμήστε το μονοκόμματο cd που περιέχεται στην έκδοση, μια εκπληκτική έκδοση της Other Ideas των The Boats. Δεν είναι μόνο ο αγαπημένος δίσκος άλλης μιας λίστας μου, είναι άλλη λίγη από την ωραιότερη μουσική που άκουσα ποτέ μου.

02. Stine Janvin Motland – In Labour (pica disk)

Σοκ. Από το πουθενά. Έχω μια άρρωστη τρέλα για τους φωνητικούς δίσκους, από το Voice της Maja Ratkje (έρωτας) ως το Sleeping Beauty της Junko, από τον Yximalloo και τον Tazartes ως το Medulla και πάει λέγοντας. Το In Labour της Νορβηγίδος δεσποινίδος Stine Janvin Motland έγινε ήδη προσωπικό σημείο αναφοράς των vocal δίσκων.

03. Jason Lescalleet – Much To My Demise (kye)

my dreams are dogs that bite me.

(έβγαλε αρχές Δεκεμβρίου και δίσκο με τον Aaron Dilloway, θα ήταν επίσης στη λίστα, αλλά προτιμήθηκε μια αποθήκη των ΕΛΤΑ)

04. Spunk – Adventura Botanica (rune grammofon)

Έρωτας, τι να πω για τον έρωτα.

05. Jandek – Ghost Passing (corwood industries)

Εξαπλό cd με τον Jandek να παίζει πιάνο και theremin. Όχι τόσο έντονα όσο στο σχεδόν La Monte Young «The Beginning», αλλά αρκετά ώστε να το ακούω όλο το καλοκαίρι σερί. Σε αντίθεση με το αντίστοιχο εννιαπλό The Songs of Morgan, έχει και λόγια.

06. Consumer Electronics – Estuary English (dirter)

CO-OPTED BY CUNTS
CO-OPTED BY CUNTS
CO-OPTED BY CUNTS
CO-OPTED BY CUNTS
CO-OPTED BY CUNTS
CO-OPTED BY CUNTS
CO-OPTED BY CUNTS
CO-OPTED BY CUNTS
CO-OPTED BY CUNTS

07. Cremation Lily – Fires Frame The Silhouette (alter)

Δεν είναι πως πρόκειται για τον δίσκο των Cremation Lily που περίμενα σαν τρελός, είναι απλά μια συλλογή από μερικές δεκάδες κασέτες του Zen Zsigo. Δηλαδή πρόκειται για τον δίσκο των Cremation Lily που περίμενα. Σαν τρελός.

08. Electric Sewer Age – Bad White Corpuscle (old europa cafe)

Ο δεύτερος δίσκος του Danny Hyde είναι σαν να έχει ηχογραφηθεί στα studios του Ape of Naples. Στο πέμπτο κομμάτι οριακά ακούμε τον John Balance.

09. Minibus Pimps – Cloud To Ground (susannasonata)

O Helge Sten, λίγο πριν ξανασυνεργαστεί με τον Biosphere, φτιάχνει ένα δίσκο με τον John Paul Jones. Το όνομα Minibus Pimps παραπέμπει σε σύμπραξη Blink 1982 με Bloodhound Gang. Η μουσική του Cloud To Ground είναι αυτό το κηδειακό που λατρεύω στον Deathprod. Φυσικά, πανηγυρικά απών από σχεδόν κάθε λίστα εκεί έξω.

10. Sewer Election – Nära (järtecknet)

Είχα τους Sewer Election στο μυαλό μου σαν το γνωστό-άγνωστο άλλο_ένα_project, ώσπου είδα live τον Dan Johansson και κατάλαβα πέντε πράγματα καλύτερα. Αυτό που ξεκίνησε στο Vittra Sönder, τελειοποιείται στο Nära. Tape music, field recordings, θόρυβος, drones, ακόμα και ακουστική κιθάρα σε ένα κομμάτι. Ιδιοφυής. Συνοδεύεται εκλεκτά από τον δίσκο των Hypnosis (με τον Joachim Nordwall) και την απίστευτη Introverted Formula συλλογή.

11. Smegma – Mutant Stomps (helicopter)

Οι Smegma έχουν νέο δίσκο, αυτό αρκεί.

12. Black to Comm – Black To Comm (type)

Δύο χρόνια μετά το χλιαρό EARTH (δε μπορείς να γράψεις ένα Manafon ή ένα Drift τόσο εύκολα), ο Marc Richter επιστρέφει στην Type με απερίγραπτα καλό δίσκο.

13. Tom James Scott – Teal (skire)

Συναίσθημα. Στο τέλος της μέρας άκουσα περισσότερο Tom James Scott από Otto Totland.

14. Bizarre Uproar – Vihameditaatio (filth & violence / urashima)

Ο πιο «σοβαρός» δίσκος του Pasi Markula. Λιγότερο επιθετικός, περισσότερο εσωτερικός, λογικά θα ασκήσει το γνωστό ΤΕΧΝΟΜΕΤΑΛ Kusi Paska Veri κοπάνημα ανοξείδωτης λαμαρίνας από του χρόνου (το Paska).

15. Rodger Stella – Resin Drones (ultra eczema)

Δεν είχα ιδέα πως ο Rodger Stella μπορεί να φτιάξει «τέτοιο» δίσκο. Μικρό ακατανόητο αριστούργημα, καρφωτό για Ultra Eczema.

16. Andrew Chalk – The Circle of Days (faraway press)

O Andrew Chalk τα έχει κάνει όλα. Από τη βαρβαρότητα των TNB ως τα πλέον μελωδικά των Mirror. Έχει λέει άλλους πέντε δίσκους γραμμένους στο στυλ του Circle of Days. Να τους βγάλει.

17. Lussuria – Industriale Illuminato (hospital productions)

Φλερτάρει με όλη μου τη δισκοθήκη, και η μισή του κάθεται από το πρώτο βράδυ.

18. Pan Sonic – Oksastus (kvitnu)

Ο μόνος δίσκος που δε βγήκε ούτε μια φορά από το mp3 player μέσα στο 2014.

19. Robert Turman – Three Parts / Live At Sejerø Festival 2013 (cejero)

Παλαιά ηχογράφηση σε νέο δανέζικο label με bonus περσινή ζωντανή εμφάνιση. Για μένα είναι ο νέος δίσκος του Robert Turman και αυτό είναι σπουδαίο. Μετράω μέρες για την επανακυκλοφορία του Chapter Eleven, όχι απαραίτητα αντίστροφα.

20. Death Blues – Non-Fiction / Ensemble (sige / rhythmplex)

Μοναδική κλεψιά της λίστας, δύο δίσκοι για τον death blues προσανατολισμό του Jon Mueller. Ο πρώτος είναι βιογραφικό για ένταξη στους Swans, ο δεύτερος για όταν δεν είσαι καλά και δεν πολυκαίγεσαι να γίνεις. Συνοδεία η συνεργασία με τον Duane Pitre, και έχεις τρεις εκπληκτικούς δίσκους από έναν εκπληκτικό μουσικό μέσα σε ένα χρόνο.