Can tensile strength be reduced with time?

Τον τελευταίο καιρό, κάθε φορά που έμπαινα στο γραφείο έβλεπα τη στοίβα με τα αδιάβαστα τεύχη του Wire να μεγαλώνει μήνα με το μήνα. Είναι περίεργη η αίσθηση της συνειδητοποίησης ότι κάτι για το οποίο μέχρι (σχετικά) πρόσφατα δεν μπορούσες να περιμένεις να κάνεις, τώρα δεν σου κάνει καμιά αίσθηση και είναι κάτι ακόμα που αφήνεις για κάποια άλλη στιγμή. Προχτές αποφάσισα, μια που δεν έχω ιδιαίτερη όρεξη για ανάγνωση βιβλίων αυτό τον καιρό, να αναπληρώσω το χαμένο χρόνο. Από σύμπτωση, χτες είχαμε μια σχετική συζήτηση, στην οποία εκφράστηκε ένα παρόμοιο αίσθημα, το οποίο με οδήγησε σε σκέψεις (μη φανταστείτε τίποτα πρωτοποριακό συγκλονιστικό φυσικά – κρατάμε τις δυνάμεις μας για άλλους τομείς). Το γεγονός παραμένει όμως ότι χωρίς να έχουμε αλλάξει δραματικά εμείς ή να έχει αλλάξει δραματικά το Wire (αν μη τι άλλο οι αναφορές στον Omar Suleiman έχουν μειωθεί τα τελευταία χρόνια), πλέον δεν μας ασκεί αρκετή εντύπωση ώστε να το αποζητούμε. Ίσως τελικά και αυτή η έλλειψη αλλαγής να έφερε και την τελική βαρεμάρα. Τώρα που ξεκίνησα να τα ξαναδιαβάζω πάντως, συνεχίζει να μου αρέσει τρομερά το ύφος γραφής, η ποικιλία των ειδών που καλύπτει, η διάθεση να βγάλει καινούρια πράγματα (το προ εξαμήνου, πλέον, αφιέρωμα στην νέα ηλεκτρονική σκηνή του Bristol ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον), αλλά. Βέβαια η συνδρομή έχει ανανεωθεί μέχρι τον επόμενο Νοέμβριο, οπότε υπάρχει καιρός ακόμα. Ελπίζω μέχρι τότε να μην αυξάνεται μόνο η στοίβα.

Πριν τις συζητήσεις περί μουσικών περιοδικών, χτες μου ήρθε όρεξη μετά από καιρό για περπάτημα στο κέντρο και μια σύντομη βόλτα από τα δισκοπωλεία στο Μοναστηράκι. Ήταν ωραίο το Σάββατο, αν και αρκετά βροχερό, είχε αρκετό κόσμο για να χαζεύεις αλλά όχι τόσο πολύ ώστε να μην μπορείς να περπατήσεις και γενικά υπήρχαν κάποιες ενδείξεις ζωής σε μια πόλη που τελευταία δυσκολεύεται ακόμα και στα αυτονόητα. Επίσης μια που ακόμα δεν έχουν αρχίσει να μαζεύονται οι νέες κυκλοφορίες προς ακρόαση μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων, είπα να πάρω το πιστό μου MP3 player και να το γεμίσω με δίσκους που ήθελαν επανακρόαση. Έχω ξαναπεί νομίζω ότι τη συγκέντρωση που έχω στη μουσική όταν περπατάω δεν την έχω σε καμιά άλλη περίπτωση και πάντα λάτρευα το συνδυασμό των ματιών τριγύρω μου σε συνδυασμό με τα ακουστικά στο κεφάλι μου. Το πρόγραμμα χτες είχε το «Fuck Death» του Corey Mercer (Blackout Beach), το οποίο μου φάνηκε αρκετά ωραιότερο σε σχέση με πως το θυμόμουν και μου θύμισε τις συγκινήσεις του «Skin Of Evil» με τον ιδιότροπο συναισθηματισμό του, το εκπληκτικό soundtrack του «Prisoners» από το Jóhann Jóhannsson, το οποίο είναι από τα λίγα πλήρως ορχηστρικά soundtrack που με κόλλησαν κατευθείαν, κυρίως γιατί χρησιμοποιεί σε μεγάλο βαθμό τις παύσεις ανάμεσα στις νότες και, για το τέλος, το «In A Lonely Place» των Tape Loop Orchestra, το οποίο κάθε φορά που ξανακούω εντυπωσιάζομαι από το χαρακτήρα του. Επανάληψη, αποσύνθεση, αλλά και μελωδία, ίσως σε ένα ύφος πιο λιγότερο άυλο από τις αντίστοιχες δουλειές του Basinski, αλλά και μάλλον πιο προσιτό εξαιτίας αυτού. Όσοι αρέσκονται σε δομήσεις και αποδομήσεις, μάλλον θα χαθούν μέσα στις τρεις συνθέσεις του (και ίσως πρέπει να δούμε και την ομώνυμη ταινία που το ενέπνευσε).

Οι επόμενες ημέρες έχουν Wire και ακροάσεις παλιών δίσκων όπως καταλαβαίνετε, μέχρι να συνειδητοποιήσουμε τι συμβαίνει το 2014.

~ από KsDms στο Ιανουαρίου 26, 2014.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: