Treetop Dogmas From Tristan De Cunha

Πριν απο πολλά χρόνια τα οποία ίσως είναι πλέον δεκαπέντε, είχα διαβάσει σε εγχώριο μουσικό έντυπο ένα ωραίο αφιέρωμα στις ημέρες και τα έργα του Sven Erik Kristiansen, και ένα απο τα λεγόμενά του μου καρφώθηκε στο μυαλό για καιρό. Για να μην κάνω το κείμενο να φαίνεται με το ζόρι ψαγμένο, ο Sven Erik Kristiansen υπήρξε τραγουδιστής των Mayhem και διατηρούσε το ψευδώνυμο Maniac. Επίσης έπαιρνε γουρουνοκεφαλές απο χασάπικα για να τις τοποθετήσει στη σκηνή και τύλιγε με σύρμα όλο του το σώμα ώστε να γδέρνεται και να ματώνει καθ’ όλη τη διάρκεια των εμφανίσεών του. Το ημερολόγιο γράφει 2017, οι Mayhem θα εμφανιστούν με άλλο τραγουδιστή σε λίγες μέρες στην Αθήνα, και επειδή όπως και εγώ ουδείς νοιάζεται στα αλήθεια, φτάνω ιδρωμένος στο λεγόμενο: Δε θυμάμαι την ακριβή διατύπωση, αλλά στο αφιέρωμα -το οποίο ήταν στο metal hammer, για να μην συνεχίσω να κάνω το κείμενο να φαίνεται με το ζόρι ψαγμένο- αναφερόταν πως πίσω στο 1996, ο εν λόγω καλλιτέχνις είχε ηχογραφήσει μαζί με τον Carl Michael Eide των Ved Buens Ende ένα album πειραματικής μουσικής «που θα έκανε ακόμα και τον Arne Nordheim να ντραπεί».

Όσο και να σκέφτηκε ο έφηβος εαυτός μου δε μπορούσε να αντιστοιχίσει το όνομα του Arne Nordheim με κάποια άλλη νορβηγική black metal μπάντα της εποχής που θα μπορούσε να ντραπεί απο την πρότερη και ακυκλοφόρητη τέχνη ενός Maniac, στα πλαίσια κάποιου ιδιότυπου diss. Στην αρχή μάλιστα μου πέρασε απο το μυαλό πως ο ίδιος ο Maniac ήθελε να κάνει το σχόλιό του να φανεί πιο ψαγμένο (όπως δεν κάνω εγώ τώρα με το κείμενό μου, να τα λέμε όλα) και να ανέφερε κάποιον Hell Pyrolator InFaustoghell με το κανονικό του όνομα. Όπως και να χει, κόντρα σε όλες τις προβλέψεις σχετικά με διαχείριση πληροφορίας σε δεδομένη εγκεφαλική χωρητικότητα, το όνομα του Arne Nordheim μου έμεινε στο μυαλό. Περίπου τον ίδιο καιρό, συνηθίζαμε με τον Κώστα να πραγματώνουμε ορισμένες δαιδαλώδεις (και για καιρό σε εβδομαδιαία βάση) βόλτες στα αθηναϊκά δισκάδικα. Μιας και η ανάγκη για κάπως πιο περίεργα albums είχε γεννηθεί, μια απο τις στάσεις ήταν οι επάνω άδειοι όροφοι του Metropolis. Και περίοπτη θέση εκεί είχε η στήλη της Rune Grammofon. Η γνωστή σε όλους μας Rune Grammofon ήταν και τότε γνωστή σε όλους, απλά εμείς αρχίσαμε κάπου τότε να την εξερευνούμε πέρα απο τα όρια του namedropping. Χαρακτηριστικά της οι μονίμως πανάκριβες τιμές (η αναλογία ήταν ένα cd της Rune για τρία οποιαδήποτε άλλα), μια περίεργη γεωμετρική και λιτή απεικόνιση των εντελώς minimal digipacks και ένας χαρούμενος ωκεανός άγνωστων ονομάτων για εξερεύνηση. Και δίπλα στη Maja Ratkje (που την ξέραμε) και τους διάφορους αγνώστους Alog, Supersilent, Arve Henriksen και Phonophani, πιάνω -που λέτε- μια μέρα στα χέρια μου ένα cd των Biosphere και Deathprod με τίτλο «Nordheim Transformed». ΚΛΙΚ. Τον Biosphere τον γνώριζα, τον/τους Deathprod όχι, αλλά αυτό το cd θα μπορούσε να έχει σχέση με αυτό που είχε πει ο Maniac στο αφιέρωμα, το οποίο για κάποιο διεστραμμένο λόγο συνέχισε να κουβαλάει ακόμα κάποια σημασία. Κάποιες ώρες αργότερα, και πολλά ευρώ (τα οποία ίσως ήταν τριάντα) φτωχότερος, βρισκόμουν σπίτι, είχα ανοίξει το cd, το είχα βάλει στο cd player και στις -κλασικά- ελάχιστες πληροφορίες εντός αναφερόταν όντως το όνομα του Arne Nordheim και η remix συλλογιστική στο έργο του απο τον Biosphere και τον Deathprod. Και το σχόλιο που έκανα στον εαυτό μου…. **ναι, αναγνώστη, γνωρίζω πως αυτό το κείμενο έχει λιγότερο ενδιαφέρον ακόμα και απο την επικείμενη εμφάνιση των Mayhem το 2017 στην Αθήνα**….ήταν πως για να καταλάβω τι γίνεται σε αυτό το album πρέπει να ακούσω τόσο κάποια μουσική του Arne Nordheim, όσο και του Deathprod. Και η Rune Grammofon με βοήθησε και στα δύο, καθώς τόσο ο μεν όσο και ο δε είχαν δισκογραφήσει πολύ σημαντικά έργα τους στην εταιρία. Περισσότερο όμως με βοήθησε το audiogalaxy, διότι όρεξη για όλα αυτά υπήρχε, αλλά χρήματα ίσως όχι.

Ο Arne Nordheim, ας το πάρει το ποτάμι (το Glåma), ήταν ο διασημότερος σύγχρονος συνθέτης που έβγαλε η Νορβηγία και ένας απο τους σημαντικότερους στην ιστορία της μουσικής, κατά τη γνώμη του ενήλικα πια εαυτού μου. Το έργο του σε ποσότητα είναι τεράστιο, και μου πήρε πολλά χρόνια τόσο για να το εντοπίσω όσο και για να το καταλάβω. Συνέθεσε απο πρώιμη ηλεκτρονική μουσική ως musique concrète, του άρεσε ιδιαίτερα η ηχητική εξερεύνηση της νορβηγικής παράδοσης, η ηλεκτροακουστική μουσική και η μίξη της ορχήστρας με την ηλεκτρονική σύνθεση. Πέθανε στις 5 Ιουνίου του 2010, ο ήχος του ήταν πρωτοποριακός, ενώ θα ήθελα να γράψω ένα κείμενο ξεχωριστά για το Epitaffio ή για το τι νιώθω όταν ακούω το Electric και πως ηχεί ένας Arne Nordheim στα αυτιά μου. Αλλά όχι στα πλαίσια αυτής της δημοσίευσης.

Γιατί αυτή η δημοσίευση είναι για τον Deathprod.

Ιδιαιτέρως πιο εύκολα ήρθα σε επαφή με τα albums του Deathprod. Πιθανώς επειδή απευθύνεται σε κοινά με τα οποία θα μπορούσα να έχω συνυπάρξει, σε σχέση τουλάχιστον με τα αντίστοιχα του Nordheim. Deathprod είναι το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Helge Sten, μουσικού παραγωγού της Rune Grammofon, μέλους του τρελαμένου avant garde / free jazz / improv τρίο των Supersilent και στενού συνεργάτη / μηχανικού ήχου των υπέροχων Motorpsycho. Ως Deathprod ηχογραφεί απο το 1991 και η κοντινότερη ταμπέλα στην οποία μπορώ να εντάξω αυτό που κάνει είναι η dark ambient, γεγονός που με δυσαρεστεί λίγο επειδή συνήθως ισοδυναμεί με πολύ συγκεκριμένα και ανεκδιήγητα πράγματα. Ο βασικός πυρήνας του έργου του είναι οι τρεις δίσκοι Treetop Drive (1994), Imaginary Songs From Tristan Da Cunha (1996) και Morals And Dogma (2004). Τρεις δίσκοι διαφορετικοί σε σύλληψη, με κοινή συνιστώσα το άγριο σκοτάδι και την κηδειακή μελαγχολία που χαρακτηρίζει τη μουσική σε όλη της τη διάρκεια. Τους δύο πρώτους δίσκους του μπορεί να τους ακούσει κανείς σε οποιαδήποτε experimental και drone δισκογραφικά πεδία απο τα 00’s και έπειτα, οπότε και η λέξη ambient ήταν τόσο παράλογα πολύ χρησιμοποιημένη, και τελικά παρωχημένη για να περιγράψει οτιδήποτε. Το Treetop Drive για παράδειγμα (και ειδικά το κομμάτι Towboat), είναι όλοι οι Ulver των Silence Teaches You How To Sing και Silencing The Singing. Στο Morals And Dogma νομίζω πως οι ιδέες του τελειοποιήθηκαν και ορίζουν ένα σχεδόν δικό τους μουσικό υβρίδιο με την μαστόρικη χρήση των εγχόρδων (εκείνο το βιολί δε θα το ξεπεράσω ποτέ) απέναντι στην παλαιότερα ταιριαστή μεν, αλλά κάπως ξεπερασμένη πια 90’s ambient-ίλα, που στα πρώτα χρόνια πήγαινε χέρι χέρι με τα διάφορα IDM, για να καταλήξει ως το post άκουσμα των post rockers (όταν το είδος επιτέλους πέθανε) στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας. Ο Deathprod δεν δισκογραφεί συχνά, αλλά όταν το κάνει τα πράγματα είναι μεγαλειώδη. Και ελλείψει ποιοτικού κριτηρίου, εντυπωσιασμένος απο αισθητικά κριτήρια ως επι το πλείστον, όταν πρωτοάκουσα τον Deathprod δεν είχα νιώσει όσο σήμερα το γιατί το έργο του είναι μείζονος σημασίας σε σύγκριση με αυτό των λοιπών ηχητικών του συνοδοιπόρων που κάποτε καταλάβαινα στο μυαλό μου ως «σκηνή». Άρχισα να το αντιλαμβάνομαι όταν το Dead People’s Things με στοίχειωνε (να βρω άλλο ρήμα, τι «με στοίχειωνε», πάμε καλά;) με εξουθένωνε ψυχικά κάθε φορά που οι υπόλοιποι απλά περιτριγύριζαν ή απεικόνιζαν μόνο το συναίσθημα αυτό καθεαυτό. Συνέχισα να το αντιλαμβάνομαι όταν συνειδητοποίησα τι ακριβώς συνέβαινε στο The Contraceptive Briefcase II (από το Imaginary Songs From Tristan Da Cunha), μια τριαντάλεπτη ηχογράφηση για πέντε φωνές, glass harp και theremin, ηχογραφημένο ζωντανά για το Norwegian Broadcast Corporation. Άρχισα να πείθομαι όταν ξεκίνησα να μελετάω περισσότερο τον Arne Nordheim και τον Harry Partch με τα αυτοσχέδια όργανά του, τις δύο κύριες επιρροές δηλαδή του Helge Sten στη συνθετική του δημιουργία. Βεβαιώθηκα, όταν είδα ζωντανά τον Deathprod στο Μέγαρο Μουσικής πριν μερικά χρόνια και με αποτελείωσε. Το μεγαλείο αυτού του ανθρώπου το βίωνα σταδιακά με την πάροδο των ετών, και ήταν σχεδόν πρωτόγνωρο για μένα πως με τον καιρό ο ενθουσιασμός μου όχι μόνο δεν έφθινε, αλλά έβρισκε τρόπους να αυξάνεται: Κάτι μεγάλο, κάτι πάρα πολύ σπουδαίο γίνεται εδώ.

Ουδέποτε αγόρασα κάποιο άλλο cd του Deathprod. Οι εκδόσεις παρέμεναν πανάκριβες, και για σπάσιμο ποτέ δεν τις πετύχαινα και τις τρεις μαζί. Επίσης με το πέρασμα των χρόνων είχα αρχίσει να τις έχω ανάγκη σε βινύλιο (ξέρω, ξέρω, ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω), πράγμα που ποτέ δε συνέβη. Η μουσική βιομηχανία είχε αποφασίσει πως χρειαζόμασταν square pant lathe του Spongebob και audiophile pressing του soundtrack του Home Alone, αλλά η τριλογία του Deathprod ήταν καταδικασμένη στην αφάνεια, στη λήθη, σε μικρά αφιερώματα απο μέτρια blogs με ξεχασμένα references στο High Fidelity. Kαι σε cd. Ακόμα και όταν η Touch Records ανακοίνωσε την -πολύ μέτρια δυστυχώς- νέα συνεργασία του Sten με τον Biosphere με τίτλο Stator το 2015, ακύρωσε τη βινυλιακή έκδοση πέντε μέρες μετά. Μονάχα η εταιρία της συζύγου του Susanna (ναι, η γνωστή Susanna And The Magical Orchestra της καρδιάς μας) εμπιστεύτηκε μια αυστηρά βινυλιακή έκδοση στον Deathprod, και αυτή αφορούσε σε ένα πραγματικό μυστήριο της μουσικής ιστορίας, τη live συνεργασία του Deathprod με τον John Paul Jones των Led Zeppelin (ναι, ήταν ο περίεργος των Zeppelin, δεκτόν, αλλά και πάλι), με το εντελώς ΓΙΑΤΙ όνομα Minibus Pimps, ηχογραφημένη στο Café OTO του Λονδίνου κάπου το 2013. Πρόκειται για ένα εκπληκτικό δίσκο, με τον JPJ να μην ακούγεται ούτε λίγο, και στην ουσία να μιλάμε για ένα καθαρόαιμο αλλά ανεπίσημο Deathprod album, που για λόγο τόσο ανεξήγητο όσο και το όνομα του project, δεν άκουσε ποτέ κανείς.

Είναι καιρός και έχει γυρίσματα: η Smalltown Supersound, μετά απο εκατό χρόνια κάνει το απαραίτητο. Δεν ξέρω αν βρισκόμαστε στα πρόθυρα ενός τέταρτου album ή απλά τα αυτονόητα άρχισαν να είναι όντως αυτονόητα, αλλά τα Treetop Drive, Imaginary Songs From Tristan Da Cunha και Morals and Dogma χώρεσαν σε πέντε βινύλια και είναι πλέον μαζί μας. Αυτό ήταν κάτι που προσωπικά περίμενα πάρα πολλά χρόνια, με χαροποιεί πολύ και με έκανε να ακούσω πάρα πολύ Deathprod περιμένοντάς τα, ανακαλύπτοντας ακόμα περισσότερα πράγματα. Και σε εποχές που αν τις χαρακτηρίζει κάτι είναι η περιφερειακή ακρόαση μεγάλης ποσότητας ακουσμάτων και σε δεύτερο μόλις χρόνο η επανακυκλοφορία των χιλιάδων «holy grails» του μινιμαλισμού (πόσα πια), το να υπάρχει μια τέτοια σταθερά, ένα σημείο αναφοράς αν θέλετε στα μουσικά μου γούστα, μου είναι τρομερά ευχάριστο, απαραίτητο και σημαντικό. Και είμαι ο Μανώλης και δεν είμαι ιδιαίτερα βέβαιος αν είμαι καλά.

Για την ιστορία, ο Maniac με τον Carl Michael είχαν όντως ηχογραφήσει μουσική το 1996. Χρειάστηκε απλά ο Andrew Liles των Nurse With Wound να τους κλέψει τις παλιές κασσέτες και να χωθεί στο studio να τις πειράξει. Και η Dirter για να τις κυκλοφορήσει ως Det Skjedde Noe Når Du Var I Belgia το 2009. Το οποίο αλμπουμάκι είναι μια συμπαθέστατη σαχλαμάρα που σε κάποιες λίγες στιγμές της καταφέρνει να σε κάνει να ξεχάσεις οτι ανήκει στην ακραία κατηγορία «πειραματικό πρότζεκτ μπλακμεταλλάδων στα μέσα των 90’s». Ωστόσο ο Arne Nordheim σίγουρα θα ντρεπόταν. Πιθανότατα όχι όμως για τους λόγους που φανταζόταν ο Maniac πίσω στο 1996.

~ από kiwiknorr στο Μαΐου 8, 2017.

2 Σχόλια to “Treetop Dogmas From Tristan De Cunha”

  1. Χτες αναπολούσα το Metropolis από σύμπτωση. Να πάμε να αφήσουμε ένα αυτοκόλλητο «6,99e» ως φόρο τιμής. Για τον Deathprod δεν είχα ποτέ πάρα πολλά να πω, τον αγαπάω ως παραγωγό, τον σέβομαι ως μουσικό, δεν ήταν ποτέ μεγάλος έρωτας. Θα κάνω μια ανασκαφή για τον κόπο που έριξες να μην είναι ψαγμένο το post.

  2. 6,90 ρε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: