Mind the gap

•Ιανουαρίου 24, 2017 • Σχολιάστε

Υποθέτω ότι όλες οι γενιές έχουν λόγους να νιώθουν ξεχωριστές, να πιστεύουν ότι μεγάλωσαν σε μια μεταβατική περίοδο, μια που η ιστορία του κοσμάκη τούτου είναι γεμάτη μεταβατικές περιόδους. Γι’ αυτούς που, όπως εγώ, βρίσκονται στα μέσα της τέταρτης δεκαετίας της ζωής τους (τους ανήκοντες στη γενιά των millennials), μια από τις σημαντικότερες μεταβάσεις που έζησαν ήταν τεχνολογική. Πρέπει να είμαστε η τελευταία γενιά που μεγάλωσε χωρίς internet, που θυμάται πως ήταν η κατάσταση πριν, που οι κασέτες δεν ήταν κάποιο hipster μέσο, αλλά ο πρώτος τρόπος για να ανταλλάξουν μουσική. Τούτη είναι η εποχή που αρχίζουμε να χάνουμε ελαφρώς το επίπεδο συνεννόησης με τους επόμενους, λόγω τρομακτικών διαφορών στις μεθόδους επικοινωνίας. Δεν θα καταλήξω σε συμπέρασμα για το τι είναι καλύτερο, δεν θα ρομαντικοποιήσω την έλλειψη τεχνολογίας, μ’ αρέσει το internet γενικά, αλλά όλες αυτές οι διαφορές παρουσιάζουν παρατηρησιακό ενδιαφέρον.

Οι μουσικές αναφορές παραμένουν ένας από τους πιο ενδιαφέροντες κώδικες επικοινωνίας που έχουν αρκετές χωροχρονικές επιρροές ώστε να δίνουν σημεία αναφοράς μέσω των οποίων μπορείς να αναγνωρίσεις χαρακτηριστικά των ανθρώπων γύρω σου. Προς τι όλες αυτές οι σκέψεις; Έτυχε να βρεθώ το τριήμερο των Φώτων, εκτός έδρας, σε ένα bar, όπου έπαιζε live μια πάντα κατά κύριο λόγο twentysomethings, αλλά το setlist των οποίων ήταν έαν trip νοσταλγίας προς τα 90s. Δεν ξέρω αν τα ανακάλυψαν μόνοι τους ή αν ήταν επιρροές μεγαλύτερων αδερφιών/φίλων (κάπως έτσι δεν ανοίγουν σε όλους οι διάφοροι μουσικοί δρόμοι;), αλλά απευθυνόμενοι σε ένα κοινό κατά βάση 30αρηδων, νομίζω ότι έδωσαν μπολικη ευχαρίστηση κρίνοντας από τις ξέφρενες αντιδράσεις. Είναι πολύ ενθαρρυντικό ότι οι άνθρωποι μπορούν πολύ συχνά να σε εκπλήξουν μέσω της μουσικής, διασκεδάζοντας με πράγματα που σήμαιναν κάποτε πολλά για σένα, που χαρακτήρισαν την εφηβεία σου, που αφιέρωσες ίσως περισσότερο χρόνο από ότι θα περίμενε κανείς. Σε κάτι τέτοιες καταστάσεις πιστεύω ότι θα θετικά συναισθήματα του ένα, ανατροφοδοτούν τον άλλο, κυρίως όταν βρίσκεις ομοιότητες και επαφές εκεί που δεν το περίμενες (εδώ που τα λέμε βέβαια βοηθούν και μερικά ποτά παραπάνω). Για κάθε στιγμή που μια pop αναφορά μεταξύ γενεών πέφτει στο κενό, υπάρχουν και τέτοιες στιγμές που ανακαλύπτεις ότι δεν είναι και τόσο διαφορετικά τα πράγματα, όσο νόμιζες τουλάχιστον (και ότι τελικά ποτέ δε θα σταματήσεις να πέφτεις μπροστά στο «Fear Of The Dark»).

Τελευταίως, επιστρέφουμε ξανά και ξανά στο θέμα της νοσταλγίας, ίσως γιατί το παρόν έχει τα μαύρα του χάλια. Χρήσιμο και ευχάριστο από τη μια, επικίνδυνο από την άλλη. Το παρελθόν μπορεί να αποκαλύπτει την ανάπτυξη του χαρακτήρα μας, αλλά είναι μια ωραιότατη παγίδα για να μην προχωράμε μπροστά. Κοιτώντας προς το (μουσικό) μέλλον λοιπόν, έφτασαν μέσα Ιανουαρία για να αρχίσει η σχετικά κανονική ροή νέων κυκλοφοριών. Πρώτος μεγάλος σε προσμονή δίσκος για το 2017 (αν και όχι από εμένα τόσο), το καινούριο XX. Πρώτες εντυπώσεις meeeeh. Δεύτερες θα δείξει. Είμαι σίγουρος οτι θα αναλυθεί διεξοδικά παντού. Πρώτη μεγάλη κυκλοφορία για τον γράφοντα, το «A Shadow In Time» του William Basinski. Μεγάλες προσδοκίες, αλλά ακόμα δεν έχω καταφέρει να τον ακούσω. Θα επανέλθω συντόμως ελπίζω. Γενικά δεν έχουμε ψαχτεί με το τι ακριβώς περιμένουμε το 2017, ίσως θα είναι καλύτερα να ευχαριστηθούμε την έκπληξη. Μέχρι την επόμενη φορά, μοιραστείτε τις pop ευαισθησίες σας και παίζει να περάσετε συλλογικά καλύτερα. Εναλλακτικά, οι υπόλοιποι του Sonic Death Monkey συνιστούν τουρνουά Subuteo.

Ξαναβγάζουν το Merzbox λίγο λίγο

•Ιανουαρίου 20, 2017 • Σχολιάστε

(και σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν)

Ακόμα και αν ο Merzbow δεν ήταν και ο,τι σημαντικότερο συνέβη στη noise μουσική, κανείς δε θα μπορούσε να αμφιβάλλει πως πρόκειται για το trademark της, ένα ισχυρό συνώνυμό της για να είμαι ακριβής. Στα λεγόμενα εμπορικά πλαίσια τουλάχιστον, είτε σε μια κοινή καθημερινή μουσική γλώσσα, η λέξη Merzbow σημαίνει «noise μουσική». Είτε είσαι χωμένος «απο τα τέλη των 70’s» στον πειραματικό ήχο, είτε αρκείσαι στο να ποστάρεις το Requiem στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μια φορά το χρόνο και να βάζεις τέρμα το Pulse Demon για να εκνευρίσεις τους γείτονες, είτε, κακά τα ψέματα, τα διάβασες όλα αυτά στο ίντερνετ γιατί στα αθηναϊκά δισκάδικα έβρισκες μόνο τα remixes του Frog στην ευαίσθητη ηλικία όπου οι θόρυβοι σου χτύπησαν πρώτη φορά την πόρτα, για ένα πράγμα δε μπορείς να φέρεις αντίρρηση: Πως η συνεισφορά του Masami Akita -που υιοθέτησε το ψευδώνυμο Merzbow απο το installation «The Cathedral Of Erotic Misery» του Γερμανού καλλιτέχνη Kurt Schwitters- στον πειραματικό ήχο είναι τεράστιου βεληνεκούς και αξίας. Ακόμα και αν τον χωρίσεις σε περιόδους, όπου η Α είναι η Υπερθεϊκή Ανώτερη Τέχνη και η Β κάποια βαρετή και ανούσια, στο γνωστό κρεσέντο που μας πιάνει όταν ασχολούμαστε πολύ με κάτι και χρειάζεται να το κάνουμε κτήμα μας για να δείξουμε πόσο πολύ ασχολούμαστε με κάτι, ο Merzbow έχει μια ξεχωριστή δυναμική σε σχέση με τους άλλους βάνδαλους του είδους.

Το έργο του είναι τόσο μεγάλο σε ποσοτικά πλαίσια, όπου πολλές φορές έχω απαντήσει «ε δεν είναι και σαν τον Merzbow», όταν κάποιος φίλος παραπονιέται πως κάποιος άλλος καλλιτέχνης έχει βγάλει μόνο 20 cd σε ένα οχτάμηνο. Το να έχεις ασχοληθεί στα σοβαρά με έναν καλλιτέχνη σαν τον Merzbow έχει κάποιους παραπάνω πόντους δυσκολίας απο ο,τι συνήθως, καθώς αυτό απαιτεί μια εξαιρετική αφοσίωση, και μια τέτοια αφοσίωση απαιτεί μια ενεργή συμμετοχή, και αυτό είναι ένα βασικό μου επιχείρημα υπέρ των καλλιτεχνών όπου βγάζουν προς τα έξω Όλο το υλικό που ηχογραφούν: πρέπει να κάνει κάποια παραπάνω πράγματα και ο ακροατής. Πράγμα που μας φέρνει σε νέες συζητήσεις για το ρόλο της σύγχρονης τέχνης και την πιο ρευστή αλληλεπίδραση δημιουργού, έργου και κοινού, αλλά έτσι θα φύγουμε απο τον βασικό σκοπό της δημοσίευσης, πράγμα που δε θα ήθελα, αλλά δε θα με ενοχλούσε κιόλας, αλλά τελοσπάντων δε θα γίνει.

Ο Masami Akita σε εποχές προ ίντερνετ, και συγκεκριμένα το 2000, χάρισε στους κάπως πιο εύπορους οπαδούς του το MERZBOX, μια συλλογή πενήντα κυκλοφοριών του, όπου πάνω κάτω μάζευε σε αρκετό βαθμό την 80’s περίοδο και σε βοηθούσε ας πούμε να ξεκινήσεις απο κάπου, σε περίπτωση που δεν το είχες κάνει ήδη. Το Merzbox εξαντλήθηκε, το internet ήρθε, και σίγουρα κάποιο ρώσικο torrent tracker θα χαρίζει 2ΤΒ αρχείων υπο τον γενικό τίτλο «merzbow full discography v0», αλλά αυτό δεν είναι αρκετό. Ο ίδιος ο καλλιτέχνης δείχνει να μη ζορίζεται ιδιαίτερα να φύγει απο την ψηφιακή του περίοδο, θέτοντας ως πρωτεύοντα καλλιτεχνικό σκοπό την διακύρηξη των animal rights και την καθιέρωση του vegan τρόπου ζωής, πράγμα που κάνει σε ακραίο βαθμό εδώ και δεκαπέντε συναπτά έτη. Οπότε το βάρος των επανακυκλοφοριών του Καλού Merzbow (κατά τη γνώμη μου και τα λοιπά) πέφτει στα labels, και συγκεκριμένα σε τρία ευρωπαϊκά, και ακόμα πιο συγκεκριμένα σε δύο ιταλικά και ένα γερμανικό.

Η ουσιαστική και κάπως πιο στοχευμένη αρχή έγινε το 2012, όταν η γνωστή και πρωτοντεμάδικη Vinyl On Demand, μια εταιρία που κυκλοφορεί αυστηρά reissue boxes απο γνωστά και μη αμελητέα ονόματα του παλιού καλού industrial (όσο και του παλιού κακού synth/ebm), κυκλοφόρησε δέκα βινύλια με τίτλο Lowest Music & Arts 1980 – 1983, όπου, όπως ίσως έγινε ήδη κατανοητό απο τον τίτλο, φέρνει στο φως τις πρώτες πρώτες κασσέτες στο label του ίδιου του Masami Akita, ZSF products (πριν λεγόταν Lowest Music & Arts), σε μια εποχή όπου οι δουλειές του ήταν εντελώς επηρεασμένες απο ντανταϊσμό και υπερρεαλισμό, πράγμα εντελώς φανερό στον ίδιο τον ήχο του. Εδώ ακούμε τις πρώτες απόπειρες για tape manipulation, ακουστικές κιθαρες, sound collages και ένα εντελώς άναρχο μπλέξιμο που εκπληρώνει τις avant garde προσδοκίες του δημιουργού, όσο και της πειραματικής κοινότητας, όποια και αν ηταν αυτή το 1980-83. Ένα μεγάλο highlight είναι ολόκληρες οι ηχογραφήσεις του ψυχροπολεμικού Mechanization Takes Command, όπου ηχεί σαν κάτι που οι δημοσιογράφοι θα ανακαλύψουν 30 χρόνια μετά, θα το ονομάσουν proto-techno και θα το «φορτώσουν» στους eurodisco πατέρες της σύγχρονης techno, είτε ακόμα και σε ιταλικά giallo soundtracks, γιατί πλέον δεν υπάρχει όριο στο τι μπορεί να θεωρηθεί τι και απο ποιον. Και αυτο δεν το λέω κακό, απλά εγώ προσωπικά κρατάω πως ο Merzbow το έχει κάνει και αυτό, και μάλιστα 30 χρόνια πριν το δελτίο τύπου για το -κατα τα άλλα συμπαθές- Grand Owl Habitat γράψει «It ain’t for everyone, that’s for sure, but the most fearless DJs and those with a high tolerance for Alberich, Maurizio Bianchi, the most extreme L.I.E.S., Whitehouse or Prurient are urged to get a fix.». Για να μη μακρηγορώ, το εν λόγω box set της Vinyl On Demand αποτελεί για μένα την ιδανική εισαγωγή στον κόσμο του Merzbow, και μιας και πλέον μας άφησε σαν label καθώς -λέει- εκπλήρωσε τον σκοπό του, την σκυτάλη έλαβαν άλλοι ως όφειλαν.

Και μάλιστα πρόκειται για δύο ιταλικά labels, που κινούνται σε παρόμοια πλαίσια, και δη στο power electronics/industrial/noise, όπου με αμελητέα χρονική διαφορά συνέχισαν εκεί που σταμάτησε η Vinyl On Demand. Η Urashima, ως επίσης πρωτοντεμάδικη, αφοσιώθηκε στην ίδια χρονική περίοδο με την VOD, βγάζοντας ετικέτες που πιθανώς να χωρούσαν σε ενα Lowest Music & Arts vol2, και διατηρώντας σε ακόμα υψηλότερα επίπεδα την κασσετική και αναλογική αισθητική της εποχής στα βινύλια (ναι) των Kibbutz (1983), Collection 009 (1981), Lowest Music.2 (1982) και τελευταία στο μνημειώδες Remblandt Assemblage (1981) όπου αποτελεί έναν κολοφώνα της πρώτης καλλιτεχνικής εποχής του μερουτσουμπάου. Δεν ξέρω αν θα το περιγράψω καλά, αλλά η εμμονή του με τον φουτουρισμό εδώ φτάνει σε κάποιο άνω όριο, ακολουθώντας ευλαβικά την αισθητική και όχι απλά μνημονεύοντας τον Luigi Russolo, τα κολάζ δίνουν και παίρνουν, οι ήχοι είναι εντελώς πρωτόλειοι και κατασκευασμένοι σε φτωχό home studio και εδώ μου δίνεται η εντύπωση πως ο άνθρωπος ήρθε για να κάνει τον κακό χαμό, να φέρει τα πάνω κάτω. Η menstrual recordings πάλι, έκανε κάτι ακόμα πιο έξυπνο. Βλέποντας πως οι πρώτες κασσέτες είναι είτε άφαντες, είτε έχουν ήδη επανακυκλοφορήσει, είτε και τα δύο, αποφάσισε να μπει στο παιχνίδι με καλύτερο τρόπο, πηγαίνοντας λίγα χρόνια μετά και πιάνοντας τα albums πια του Merzbow, και τις κατα τη γνώμη μου ισχυρότερες δουλειές του ως σήμερα. Δηλαδή το Material Action 2 N·A·M του 1983, το Antimonument του 1986, το Ecobondage του 1987 και κυρίως το Storage του 1988. Και μιλάμε για αυτούσιες επανακυκλοφορίες, χωρίς «τολμηρές» προσθήκες στο artwork ή περιττά πειράγματα στον ήχο. Οι συγκεκριμένες ηχογραφήσεις βρίσκουν τον Merzbow να αλλάζει άρδην τον ήχο του, να χρησιμοποιεί ασύδοτα λούπες και cut ups και να αφοσιώνεται στην ηχητική απογύμνωση των τότε επιρροών του, δηλαδή την ηλεκτροακουστική μουσική των Conlon Nancarrow, Luc Ferrari και François Bayle μεταξύ άλλων, τακτική που γιγαντώθηκε στον πραγματικά καλύτερο δίσκο που έκανε ποτέ του, το Batztoutai with Memorial Gadgets. Το επόμενο δηλαδή στη σειρα που περιμένω πως και πως να επανακυκλοφορήσει. Είχε βγει στην RRRecords το 1986.

Συνοψίζοντας αυτό το κάτι σαν ελλιπές άρθρο, που σίγουρα δεν πρόκειται για αφιέρωμα στον Merzbow αλλά μονάχα σε ένα κομμάτι του παλιού έργου του, και αυτό στη σημερινή του μορφή, θεωρώ πάρα πολύ χρήσιμο να υπάρχει κάπου, όχι τόσο «μαζεμένη» αλλά εστιασμένη η πληροφορία. Ποτέ δεν άκουσα περισσότερο Merzbow στη ζωή μου απο όσο άκουσα απευθείας απο τις ηχογραφήσεις που ανέφερα παραπάνω. Ποτέ δεν έδωσα τόση σημασία στα flac του Merzbox που υπήρχαν σταθερά σε κάθε σκληρό μου δίσκο απο τότε που έχω σκληρούς δίσκους. Ποτέ δεν γούσταρα τον Merzbow περισσότερο επίσης. Και θα ήθελα να συνεχίσει να συμβαίνει αυτό.

Twinkle, twinkle little stars

•Ιανουαρίου 17, 2017 • Σχολιάστε

Δεν θυμάμαι πως και πότε ακριβώς ήρθε η πρώτη επαφή με τους Stars of the Lid. Θυμάμαι σίγουρα ότι αυτή ήταν με το «The tired sounds of Stars of the Lid» οπότε σίγουρα μιλάμε για τα θαυμαστά ’00s. Πιθανολογώ ότι ήταν μια λίστα με αγαπημένους δίσκους του Kristoffer Rygg (εκεί σίγουρα ήταν η πρώτη γνωριμία με τον Astor Piazzolla), αλλά δεν παίρνω και όρκο. Θεωρώ πάντως γεγονός της ζωής ότι για πολλές από τις πιο σημαντικές σχέσεις δεν μπορείς να τοποθετήσεις χωροχρονικά την αρχή τους. Από την άλλη πλευρά η μνήμη μου δεν είναι και το πλέον δυνατό μου σημείο, οπότε μπορεί απλά να το βλέπω αφελώς ρομαντικά αυτό το γεγονός. Όπως και να χει πάντως, η γνωριμία έγινε, η συμπάθεια εξελίχθηκε σε αγάπη και αυτό το συναίσθημα καλά κρατεί ακόμα.

Οι Τεξανοί ήταν σίγουρα μια από τις κυριότερες αιτίες για την ενασχόληση και, μετέπειτα, τον έρωτά μου με τον ευρύτερο ambient χώρο, ο οποίος τα τελευταία χρόνια είναι σίγουρα από τα είδη που κυριαρχεί στο μουσικό μου χρόνο. Και πλέον, μετά από τόσα χρόνια, μπορώ με σιγουριά να πω ότι, μαζί με τον William Basinski, οι SotL είναι οι πιο αγαπημένοι μου μουσική του χώρου (και σίγουρα ανάμεσα στους πιο αγαπημένους γενικά). Η προσέγγιση των δυο προς τη μουσική είναι αρκετά διαφορετική, αλλά και τα δυο στυλ με γοητεύουν. Εκεί που ο Basinski συνήθως βρίσκει μια υπέροχη μουσική φράση και επιμένει στην αέναη, mantr-ική της επανάληψη, οι Stars of the Lid χτίζουν τις μουσικές τους με ταχύτητες ανάλογες αυτών που συνήθως αναφέρονται στις περιγραφές παγετώνων. Είναι ίσως η αντίθεση ανάμεσα στη δόμηση και την αποδόμηση, η διαφορά στους χαρακτήρες των δύο πλευρών. Και οι δυο όμως δημιουργούν βαθειά συναισθηματική μουσική, σε αντίθεση με την ψυχρότητα πολλώ άλλων ambient μουσικών, κάτι που, εν τέλει, είναι αυτό που τους κάνει αγαπημένους για μένα.

Τόσο ο McBride, όσο και ο Wiltzie, σταδιακά άρχισαν να ασχολούνται με τις προσωπικές τους δουλειές ή με συνεργασίες με άλλους μουσικούς (ειδικά ο δεύτερος) και αυτό είχε ως αποτέλεσμα την σχετική αδρανοποίηση των SotL. Ασχολούμενος όμως τον τελευταίο καιρό με όλες αυτές τις δουλειές, διαπιστώνω ότι οι περισσότερες εξ αυτών παρουσιάζουν μια διαφορετική πτυχή του κεντρικού συνόλου που είναι οι SotL. Οι (τελευταίως φημισμένοι) A Winged Victory For The Sullen (ο Wiltzie μαζί με τον Dustin O’ Halloran) είναι η νεοκλασσική πλευρά τους, οι Sleepingdog (Wiltzie/Chantal Acda) και οι Bell Gardens (o McBride με τον Kenneth James Gibson) είναι η πιο άμεσα μελωδική/indie πλευρά, οι Aix Em Klemm (ο Wiltzie με τον Donne των Labradford) και τα προσωπικά του McBride είναι πιο μινιμαλιστικά ξεγυμνωμένα, ενώ οι Dead Texan (με την Christina Vantzou) είναι μάλλον ότι πιο κοντινό στους SotL. Όλα μαζί συνθέτουν ένα τρομερά γοητευτικό πρίσμα διαφορετικών αποχρώσεων γύρω από έναν αριστουργηματικό πυρήνα. Τον τελευταίο καιρό δε, ο Wiltzie εχει αρχίσει να συμμετέχει και αυτός στην μεγάλη ζήτηση των διαφόρων νεο-κλασσικό/ambient μουσικών για σύνθεση soundtrack. Ελπίζω αυτό να μην έχει επίδραση στην κυκλοφορία κανονικών (όπως έχει γίνει με τον Jóhannsson π.χ.).

Δεν βρίσκεις εύκολα τόσα έντονα συναισθήματα, χωρίς να καταφεύγει ο εκφραστής σε κυριολεκτικές ή μεταφορικές κραυγές. Η ενδοσκόπηση είναι μεγάλο πράγμα, και οι Stars of the Lid φαίνονται ολοκληρωτικά φτιαγμένοι γι’ αυτές τις καταστάσεις. Και τελικά εκείνο το “Requiem for dying mothers”. Και τελικά I love you, but I prefer Trondheim.

Πρώτα ραντεβού:

Stars Of The Lid – «The Tired Sounds of Stars of the Lid» (2001, Kranky)

Bell Gardens – «Slow Dawns For Lost Conclusions» (2014, Rocket Girl)

Sleepingdog – «With Our Heads In Our Clouds and Our Hearts In The Fields (2011, Gizeh)

The Dead Texan – «The Dead Texan» (2004, Kranky)

A Winged Victory For The Sullen – «A Winged Victory For The Sullen» (2011, Erased Tapes)

The perfect girl, the perfect place, to watch the world go down in flames (2016 edition)

•Ιανουαρίου 1, 2017 • Σχολιάστε

Προσπαθώ εδώ και κάτι ημέρες να σκεφτώ ένα ταιριαστό «συμπέρασμα» για τη χρονιά που μόλις πέρασε και ότι μου έρχεται στο μυαλό έχει ειπωθεί, ακουστεί, σκεφτεί ήδη χιλιάδες φορές από τον περισσότερο κόσμο. Βλέποντας  χτες το 2016 Wipe του Charlie Brooker ανάφερε σε κάποια φάση ότι οι φετινές εξελίξεις ειδικά σχεδόν έχουν κάνει περιττή την ύπαρξη κωμικών φωνών. Η αλήθεια είναι ότι η υπερρεαλιστική αστειότητα πολλών από των γεγονότων και προσώπων που κυριάρχησαν το 2016 δίνει μεγάλη δόση αλήθειας στα λεγόμενά του. Από την άλλη πλευρά, τα ίδια περίπου γεγονότα και άτομα έχουν δώσει στην πραγματικότητά μας μια σχεδόν εξωπραγματικά τρομακτική απόχρωση κυρίως για το άμεσο μέλλον μας. Και σίγουρα δεν είναι το σημαντικότερο πρόβλημα που αντιμετώπισε κανείς, αλλά μ’ αυτά και μ’ αυτά η αφοσίωση στην ενασχόληση με τη μουσική δεν έμοιαζε τόσο επείγουσα πια.

Στη διάρκεια της σκέψης για την τελική λίστα των «καλύτερων» του 2016, διαπιστώνω ότι τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια σαφής πτωτική τάση στον αριθμό των νέων κυκλοφοριών που ακούω. Το εξηγώ κυρίως ως θέμα χρόνου και όχι ως όρεξης, ίσως για να νιώσω καλύτερα, αλλά δεν πιστεύω ότι απέχει πολύ από την αλήθεια. Αυτό που σίγουρα έχει πέσει πολύ τα τελευταία χρόνια πάντως είναι η όρεξη για συναυλίες, αν το 2017 έρχεται με μια ανακοίνωση από εκείνες που δεν περίμενα ότι θα ακούσω ποτέ, ότι θα καταφέρουμε να δούμε (αν δεν στραβώσει κάτι) τους Black Heart Procession επιτέλους στην Ελλάδα. Σκεπτόμενος το θέμα συναυλίες, συνειδητοποίησα ότι πλέον έχουν ξεμείνει μια χούφτα μουσικούς που καίγομαι πραγματικά να δω live, οι περισσότεροι εκ των οποίων δύσκολα θα περάσουν κιόλας από εδώ. Δυστυχώς ο Leonard Cohen ήταν ένας από αυτούς, αλλά (όπως και οι Coil) δεν θα μας κάνει τη χάρη πια. Όπως όλοι ξέρουν από πλευράς μουσικών εξελίξεων ο τίτλος του 2016 ήταν μάλλον «Ο θάνατος σου πάει πολύ», αλλά μάλλον καταλαβαίνουμε όλοι ότι μεγαλώνουμε και κάτι τέτοιες στιγμές μας κάνουν να το συνειδητοποιούμε πιο άμεσα.

Θα ξεκαθαρίσω πάντως ότι ποιοτικά δεν έχω κανένα παράπονο από την παραγωγή του 2016, το αντίθετο θα έλεγα μάλιστα. Βγήκαν εξαιρετικά πράγματα, έμαθα καινούρια πράγματα, επέστρεψα σε παλιούς γνώριμους και επανεκτίμησα καλλιτέχνες με τους οποίους δεν είχα κολλήσει παλιότερα. Θεωρώ ότι η λίστα το αντικατοπτρίζει αυτό και είναι αρκετά αντιπροσωπευτική του τι με κέρδισε το ’16 έστω και αν υπάρχουν τουλάχιστον ακόμα 10 δίσκοι που θα μπορούσαν να είναι άνετα μέσα στην 20αδα. Επίσης είμαι σίγουρος, όπως πολύ σωστά προείπε ο Μανώλης ότι η λίστα αυτή σε αν εξεταστεί εκ νέου σε κάνα χρόνο θα ναι αρκετά διαφορετική (ή και όχι). Πάντως θα ομολογήσω ότι υπήρξε αρκετός προβληματισμός σε μερικά σημεία κατά την δημιουργία της λίστας. Το σημαντικότερο, ίσως, αφορά στην κορυφή της λίστας μια που το έργο ως σύνθεση, προφανώς και δεν είναι καινούριο, αλλά η σπουδή του Stetson πάνω στο ήδη εκπληκτικό υλικό είναι κάτι παραπάνω από συγκλονιστική. Η ανακάλυψη της χρονιάς έρχεται με το νούμερο 2 της λίστας, μια που η Jessica Sligter ήταν ίσως η μουσικός που με ξάφνιασε περισσότερο ευχάριστα από οτιδήποτε άλλο πέρισυ. Ο τελευταίος προβληματισμός ήταν για το «ATGCLVLSSCAP». O δίσκος μου άρεσε πάρα πολύ και τον έλιωσα την προηγούμενη χρονιά, αλλά η περίληψή του στη λίστα ήταν αρκετά επηρεασμένη από τη συναισθηματικη μου σχέση με τους Ulver και το τελικό συμπέρασμα για την αξία του θα έρθει αργότερα.

Πριν τη λίστα όμως ας πούμε και τις καθιερωμένες ευχές. Το 2016 ήταν μια πολύ κακή χρονιά, τόσο πολυεπίπεδα κακή που νομίζω ότι όλοι σχεδόν έχουν βγει εξαντλημένοι στο τέλος της. Δυστυχώς πολλά από αυτά που συνέβησαν το ’16, θα κυοφορήσουν αποτελέσματα τα επόμενα χρόνια, σίγουρα με αρχή το ’17. Είναι κάπως δύσκολο να σαι αισιόδοξος κάτι τέτοιες στιγμές, τουλάχιστον αν είσαι ρεαλιστής. Από την άλλη πλευρά θεωρώ κακό να μην ευχόμαστε και ελπίζουμε σε καλύτερες ημέρες, απλά θα μαζί με τις ευχές θα χρειαστεί και έντονη προσπάθεια. Πάρτε βαθειά ανάσα και ξεκινάμε.

01.   Colin Stetson – Sorrow (A reimagining of Gorecki’s 3rd Symphony)
02.   Jessica Sligter – A sense of Growth
03.   Nick Cave And The Bad Seeds – Skeleton tree
04.   Leonard Cohen – You Want it Darker
05.   Kate Tempest – Let them eat chaos
06.   Jenny Hval – Blood bitch
07.   Motorpsycho – Here be monsters
08.   Kitchie Kitchie Ki Me O – Are you land or water
09.   Spain – Carolina
10.   Antonymes – (For now we see) Through a glass dimly
11.   Dag Rosenqvist – Elephant
12.   Dalek – Asphalt for Eden
13.   Susanna – Triangle
14.   Marissa Nadler – Strangers/Bury Your Name
15.   Esben and the Witch – Older terrors/We melted the wax, now we can see
16.   Clara Engel – Visitors are allowed one kiss
17.   Ulver – ATGCLVLSSCAP
18.   Andreas Soderstrom –  Om Solen Val Gar Upp
19.   1900 – Tekno

20.   Petrels – Jord

Ο κ. Κ. και η λίστα του 2016

•Δεκέμβριος 31, 2016 • Σχολιάστε

Προσπαθώ εδώ και μέρες να επαναφέρω τις λεπτομέρειες ενός διηγήματος του Μπέρτολτ Μπρεχτ που είχα διαβάσει μικρός. Η κεντρική ιδέα είχε να κάνει με το κατά πόσο έχει νόημα να συνεχίζεις μια κατάσταση την οποία άρχισες χωρίς να βρίσκεις ιδιαίτερο νόημα σε αυτή. Το παράδειγμα ήταν, αν δεν απατώμαι, η καθημερινή «καλημέρα» του πρωταγωνιστή κ.Κόυνερ στον άγνωστο γείτονά του, γεγονός που χρειάστηκε να συμβεί μια φορά για να συνεχίσει να συμβαίνει για πάντα. Δεν έχει καμία απολύτως σημασία το να πεις «καλημέρα» σε έναν άγνωστο γείτονά σου, αλλά απο τη στιγμή που τον καλημερίσεις μια φορά έστω, δεν έχει επίσης καμία απολύτως σημασία να σταματήσεις να το κάνεις. Θα ήταν αγενές και αναίτιο. Μπορείς να λες, να γνέφεις έστω μια καλημέρα στον άγνωστο γείτονά σου, χωρίς η γνωριμία σας να εξελιχθεί ποτέ, και εκείνος να απαντάει την ίδια καλημέρα στα πλαίσια μιας ακραίας τυπολατρίας η οποία επιβάλλει την αιώνια καταδίκη μιας καλημέρας, όσο κακή, στραβή και ανάποδη μπορεί να είναι αυτή η ημέρα. Απλά επειδή κάποιος έκανε την αρχή. Ωραίο βιβλίο οι ιστορίες του κ.Κόυνερ, ομολογώ δε πως σήμερα αφιέρωσα πέντε λεπτά ανάμεσα στη στίβα που φυλάω τις εφηβικές αναμνήσεις για να διαβάσω ξανά το διήγημα, αλλά δεν είχα τύχη να το εντοπίσω. Κρατάω το γενικό συμπέρασμα: αν δεν έχει νόημα να ξεκινήσεις κάτι, απο τη στιγμή που το κάνεις, δε έχει επίσης νόημα να το σταματήσεις.

Κυρίως επειδή κάποια χριστούγεννα αποφάσισα να γράψω μια λίστα με τα 20 αγαπημένα μου albums εκείνης της χρονιάς, και ψάχνω έκτοτε δικαιολογίες για να το επαναλαμβάνω κάθε χρόνο. Να σημειωθεί εδώ πως οι λίστες αυτές γίνονται μέσα στη γενική καυλάντα της ανασκόπησης και του ελεύθερου χρόνου των εορτών.Οι 20 παρακάτω κυκλοφορίες δεν είναι οι 20 αγαπημένες μου του 2016. Αυτές δε μπορώ να τις ξέρω απο τώρα. Είναι αυτές όμως που άκουσα περισσότερο μέσα στη χρονιά, και επιπροσθέτως κυκλοφόρησαν μέσα στη χρονιά. Η λίστα αυτή δεν έχει το παραμικρό νόημα, επειδή σε λίγους μήνες θα είναι διαφορετική, όπως και όλες οι προηγούμενες ως τώρα. Και στη συνέχεια θα αλλάζουν ξανά. Στις 24 Δεκεμβρίου του 2015 η Ultra Eczema κυκλοφόρησε το «Opgenomen Verantwoordelijkheden» των Vom Grill. Όλοι το άκουσαν μέσα στο 2016, και στην κόψη είναι δίσκος του 2016, αλλά το σημερινό μπρεχτικό μοτίβο επιτάσσει μια αυστηρή τυπολατρία. Δε μπαίνει. Θα έμπαινε όμως. Το ίδιο θα συμβεί του χρόνου με το «Fill My Body With Flowers And Rice» της Alice Kemp που βγήκε πριν δέκα μέρες και θα παραλάβω τον Ιανουάριο. Πρέπει να υπάρχει μια ειδική -επίσης άνευ νοήματος- λίστα για τέτοιες κυκλοφορίες. Τι έγινε το 2016 λοιπόν; Φέτος με κέρδισε η Yπέρβαση του Graham Lambkin, ο ιδιοφυής συνδυασμός του αφηρημένου με το συναισθηματικό που συνέθεσε ο Sean McCann και εκτέλεσαν μαζί του άλλοι είκοσι, ο εντελώς ιδιόμορφος και απόμακρος Jacques Brodier, η δισκογραφική επιστροφή του Massimo Toniutti στην καλύτερη κασσέτα της χρονιάς, το εντελώς προσανατολισμένο 12″ του Valerio Tricoli (ο οποίος είναι απο τους σημαντικότερους μουσικούς της εποχής μας), το σχεδόν ευχάριστο και post ’97 burzum άκουσμα που έφτιαξε ο Juntaro Yamanouchi στη μεγάλη επιστροφή των The Gerogerigegege, η αδιανόητη κασσετάρα των Smegma, ο πάντα κηδειακός και πιο «άδειος» απο ποτέ Erik Skodvin, ο παλαβός δίσκος του Philip Corner, η τραχύτητα του εξαιρετικού Leif Elggren, το γνωστό free χάος των Borbetomagus (και μάλιστα στο studio), το πρώτο στάδιο άνοιας του Leyland Kirby, η πάντα απαραίτητη Νορβηγίδα voice-artist στο πρόσωπο αυτή τη φορά της Natalie Sandtorv, το μυστήριο βινύλιο των εξίσου μυστήριων Korea Undok Group, ο καλύτερος δίσκος που έβγαλαν ποτέ οι Ashtray Navigations, το ουσιαστικό ντεμπούτο των The Stargazer’s Assistant του Dave Smith, η κασσετική παράνοια των Sigtryggur Berg Sigmarsson και BJ Nilsen στη συνέχεια του «Avantgardegasse», ο a-capella δίσκος διασκευών του John Duncan (!!), κάτι ανώμαλα κιθαριστικά drones με ολίγη απο αφαίρεση ενός Kuwayama Kiyoharu, καθώς και η εντελώς τρελαμένη lo-fi συνεργασία των Blood Stereo με τους Bren’t Lewiis Ensemble.

Αναλυτικότερα:

01. Graham LambkinCommunity (kye)
02. Sean McCannMusic for Public Ensemble (recital)
03. Jacques BrodierXhos De Villemahu (penultimate press)
04. Massimo ToniuttiAntidocument/Groundwork (vitrine)
05. Valerio TricoliVixit (second sleep)
06. The Gerogerigegege燃えない灰 (Moenai Hai) (eskimo records)
07. SmegmaYa Gotta Get Really Crazy (thalamos)
08. Svarte GreinerMoss Garden (miasmah)
09. The Barton Workshop Plays Philip CornerOM Entering And Once Enterd (kye)
10. Leif ElggrenDas Baank (rekem / fragment factory)
11. BorbetomagusThe Eastcote Studios Session (dancing wayang)
12. The CaretakerEverywhere At The End Of Time (history always favours the winners)
13. Natalie SandtorvPieces Of Solitude (va fongool)
14. Korea Undok Groups/t (penultimate press)
15. Ashtray NavigationsTo Make A Fool Ask & You Are The First (blackest ever black)
16. The Stargazer’s AssistantRemoteness Of Light (house of mythology)
17. Sigtryggur Berg Sigmarsson & BJ NilsenAbstract Art Automat (some)
18. John DuncanBitter Earth LP / This Bitter Earth 7″ (ideal recordings)
19. Kuwayama KiyoharuApproximate Dates When The Sun Reaches Each Hour Of Right Ascension (art into life)
20. Blood LewiisPentecostal Gymnast Trapped In Lime Jello (bufms)

Το sonic death monkey υπάρχει απο τα μέσα του 2006. Η πρώτη μου απόφαση για το 2017 είναι να ξαναγίνει όσο ενεργό ήταν στις πιο ενεργές του ημέρες. Ακόμα και αν το συγκεκριμένο είχε νόημα να ξεκινήσει, δε θα ήθελα να σταματήσει. Ακολουθούν (μάλλον) οι λίστες των άλλοι σε επόμενες δημοσιεύσεις.

Να σας συμβούν καλά πράγματα.

the Streets of Laredo

•Δεκέμβριος 23, 2016 • Σχολιάστε

Είμαι περίπου ο τελευταίος άνθρωπος που θα ρωτούσε κανείς, στα πλαίσια κάποιας μουσικής συζήτησης, για την ποιότητα κάποιας φωνής. Αυτό νομίζω πως δεν έχει ακριβώς τη ρίζα του στο γεγονός πως ένα τεράστιο ποσοστό της μουσικής που ακούω δεν έχει καν φωνές. Ούτε στο επιπρόσθετο γεγονός πως ακόμα και όταν υπάρχουν, αυτές χρησιμοποιούνται σε τελείως μη τραγουδιστικά πλαίσια. Μάλλον είναι επειδή δίνω -εντελώς μηχανικά- κάποιες σπαστικές απαντήσεις σε κάθε προτροπή να προσέξω μια ωραία φωνή, επειδή κατά βάθος μια ωραία φωνή σκέτη δε σημαίνει τίποτα. Είναι λίγο εκείνο το αιώνιο επιχείρημα για τις φωνές στα talent shows. «Μα έχουν ωραίες φωνές». «Ε και;». «Έχουν ωραίες φωνές!». «Ε ας έχουν.».

Δεν είναι πολύ εύκολο να ορίσω τι ακριβώς εκτιμάω σε έναν τραγουδιστή, και δεν έχω καμία όρεξη για μεγάλη ανάλυση, αλλά θα επιχειρήσω να γράψω δυόμιση σκέψεις. Νομίζω πως πολλές φορές μπερδεύουμε το πόσο μας αρέσει μια φωνή σε συνάρτηση με το πόσο καλή είναι μια φωνητική γραμμή, και, κακά τα ψέμματα, με το πόσο μπορούμε να ταυτιστούμε υποσυνείδητα με τους στίχους και την ένταση με την οποία εκφράζονται κάποια συναισθήματα που βιώνουμε και εμείς σε παρόντα χρόνο, οπότε και η εμπειρία πιθανώς εκτινάσσεται.

Γενικώς υπάρχει μια προσωπική προτίμηση στις «κακές», περίεργες, ενίοτε και πραγματικά κακές φωνές, χωρίς εισαγωγικά. Τις προάλλες άκουγα τις The Shaggs και διπλανοί μου τις περιέγραψαν σαν μπάντα με καλόγριες που έφαγαν πόρτα απο κωμικό γύρισμα με χορωδία σε ταινία του Mel Brooks και άρχισαν να τραγουδάνε παράφωνα για να διαμαρτυρηθούν

Με συγκινούν όμως πάρα πολύ οι «καλές» φωνές οι οποίες ακολουθούν ευλαβικά μερικές απλές φωνητικές γραμμές, κάποιων τραγουδιών οι στίχοι των οποίων με αφήνουν εν γένει παγερά αδιάφορο. Κάποιων συναισθημάτων εντελώς εκτός της δικής μου κλίμακας. Θα αναφέρω τρία παραδείγματα μεγάλων φωνών πάνω στο Streets of Laredo, ή αλλιώς «Cowboy’s Lament», διάσημη λυρική αμερικάνικη μπαλάντα με μεσσιανικά μηνύματα, που ίσως θυμάστε να τραγουδάει σε μια φάση ο Roberto Benigni στο Down by Law του Jim Jarmusch.

O Hank Williams JR είναι με διαφορά ο λιγότερο αγαπημένος μου Hank Williams απο τους τρεις, βαριέμαι του θανατά τα τραγούδια του και την ίδια τη φωνή του, και στα μάτια μου είναι ένας αισθητικά ακίνδυνος country/americana/southern hero που ενδεχομένως να δεχόταν να πλαισιώσει τον Ted Nugent στην στέψη του νέου μίστορ πρέσινταντ. Ωστόσο, λέει το Streets of Laredo με μια Μεγάλη Φωνή.

O Johnny Cash έχει μια μεγάλη φωνή ούτως η άλλως. Ο ίδιος το είχε καταλάβει όταν έλεγε έτσι το Streets of Laredo τα παλιά χρόνια. Ο Rick Rubin καταλήγω πως μάλλον δεν πολυκατάλαβε τίποτα γενικά.

Αν με ρωτούσαν ποια είναι η καλύτερη καλή φωνή που έχει υπάρξει γενικώς, πιθανότατα το όνομα του Tom Jones θα αναφερόταν πολύ γρήγορα. Ίσως και αμέσως. Όχι για το Delilah. Όχι για τα funk/χορευτικά του. Ο Tom Jones έχει μεγάλη φωνή επειδή βγήκε να πει το Streets of Laredo με τόσο μεγαλειώδη τρόπο, και επιπλέον με αυτό το ντύσιμο.

06:45 προπαραμονής Χριστουγέννων. Δεν είχα ύπνο, φαντάστηκα πως με ρωτούσαν για καλές φωνές, sonic death monkey. Ορισμός : Καλή φωνή είναι εκείνη που θα πει με μοναδικό τρόπο ένα τραγούδι σαν το Streets of Laredo.

Να έχετε χαρούμενες γιορτές

περίπου Sonic Death Monkey, περίπου 2017

•Δεκέμβριος 17, 2016 • Σχολιάστε

Υπάρχουν αρκετές στιγμές  (ή και πολλές) που φέρνω στο μυαλό μου διάφορα πράγματα σχετικώς με αυτόν τον ιστότοπο. Από στιγμιαίες σκέψεις στο μετρό για ένα album για το οποίο έχω όρεξη να γράψω, μέχρι την αιώνια απορία για το πότε θα αποκτήσουμε ένα λογότυπο που δε θα είναι σε times new roman. Σπανίως γίνεται κάτι απο αυτά που σκέφτομαι, και συγκεκριμένα σπανιότερα απο κάποια αλλαγή στα τεχνικά χαρακτηριστικά του ίδιου του wordpress, όπως ας πούμε το γεγονός πως τώρα που πληκτρολογώ οι αγγλικοί χαρακτήρες είναι περιέργως μεγαλύτεροι απο τους ελληνικούς. Άλλες φορές σκέφτομαι το πόσο εύκολο είναι να είμαι σε φάση να γράψω κάτι αλλά τελικά να μην το κάνω, μετά φέρνω στο νου μου τους υπόλοιπους της κλίκας και το πόσο τους συμβαίνει το ίδιο, και το πόσο έχουμε σταματήσει να συζητάμε για μουσική παρότι ασχολούμαστε περισσότερο μαζί της, και πόσο μάλλον να γράφουμε για αυτήν, και το γιατί συμβαίνει αυτό, και το πόσο πρέπει να γράψω για αυτό. Αναρωτιέμαι επίσης αν μια φαινόμενη «νεκρή» περίοδος του blog ας πούμε το 2009, έχει τρομερά διαφορετικά χαρακτηριστικά απο μια ενδεχόμενη τωρινή. Με τόσες απορίες είναι πρέπον να φτάσω σε ένα συμπέρασμα, οπότε θα καταλήξω στην απόφαση πως, τουλάχιστον για μένα, αυτός ο κάτι-σαν αραιός και άναρχος ημερολογιακός χαρακτήρας του SDM είναι ακριβώς ο λόγος που πάντα θα υπάρχει ένας λόγος ύπαρξης για ένα κείμενο απο το πουθενά. Και πως δε βρίσκω κανένα λόγο να αλλάξει αυτό, εφόσον συμβαίνει επιτυχημένα εδώ και αρκετά χρόνια. Ή και πολλλά.