The End, Svårmod Och Vemod Är Värdesinnen, #12

•Δεκέμβριος 9, 2018 • Σχολιάστε

a4255396134_10

Όταν το καλοκαίρι άρχισαν να εμφανίζονται μπροστά μου οι δημοσιεύσεις για το δίσκο των The End, το μυαλό μου πήγε στους Καναδούς της Relapse, λέω που εμφανίστηκαν πάλι αυτοί και δεν ασχολήθηκα άμεσα. Μετά από λίγο καιρό, είδα περισσότερες αναφορές, σκανδιναβικό τίτλο, μπήκα να δω τι είναι, πρώτο όνομα Mats Gustafsson, δεύτερο όνομα Kjetil Møster, τρίτο όνομα Sofia Jernberg, παύση, συγκίνηση, βρήκαμε δίσκο να αγαπήσουμε. Την Jernberg την έμαθα (όπως οι περισσότεροι φαντάζομαι) με τους Fire! Orchestra (του Gustafsson επίσης για όσους δεν έτυχε να τους έχουν συναντήσει), την αγάπησα και άρχισα να ψάχνω που αλλού έχει συμμετάσχει (όχι σε πολλά πράγματα όπως αποδείχτηκε, δυστυχώς). Το project συμπληρώνεται από τους Anders Hanna και Greg Saunier (των Deerhoof σε μια παρουσία ελαφρώς έκπληξη), αλλά θα ομολογήσω ότι όντας σε δίλημμα αν θα συμπεριλάβω στη λίστα αυτό ή το «The Hands» των Fire!, ο λόγος που η πλάστιγγα έκλινε προς τους The End ήταν η παρουσία της Jernberg.

O Gustafsson γενικά δεν φημίζεται για την πολύ ευγενική προσέγγιση προς τη μουσική, κάτι που ισχύει σε μεγάλο βαθμό και στο «Svårmod…». Møster και Gustafsson δίνουν μεγάλη ένταση και μπόλικη επιθετικότητα στους ημι-αυτοσχεδιασμούς των σαξοφώνων τους (δεν είναι πολύ περίεργο ότι τα ελάχιστα ήρεμα σημεία του δίσκου κυριαρχούνται μόνο από τους ψιθύρους της Jernberg και την απλωμένα διακριτική παρουσία του Saunier), ενώ η βαρύτονη κιθάρα του Hanna αναπληρώνει την (παράδοξη) απουσία του μπάσου σε jazz σχήμα. Βέβαια για κάποιο λόγο η παρουσία του είναι πιο διακριτική από των υπόλοιπων, με την εξαίρεση του (σχεδόν rock) «Vemod» που βγαίνει μπροστά. Αν ήθελε κάποιος να σχηματοποίηση τους ρόλους του συγκροτήματος, η κορυφή θα ταν σίγουρα η ερμηνεία της Jernber, με τους δυο σαξοφωνίστες πίσω της να αυτοσχεδιάζουν αρκούντως φωνακλάδικα και το ιδιόμορφο rhythm-section να διαμορφώνει τη βάση του οικοδομήματος. Αν έπρεπε να ξεχωρίσω ένα κομμάτι ως αυτό που περιγράφη καλύτερα τη φύση των The End, αυτό λογικά θα ήταν το «Don’t Wait» (ίσως και ό,τι πιο κοντινό σε μια απογυμνωμένη εκδοχή των Fire! Orchestra), που περιλαμβάνει σχεδόν όλα τα στοιχεία που ξεδιπλώνουν την (αυτοσχεδιαστική) ομορφιά τους.

Η free jazz στις μυριάδες ενσαρκώσεις της είναι, στην καλύτερη, περίεργη περίπτωση. Αναλόγως τον καλλιτέχνη, αλλά, πιστεύω ακράδαντα, και την νοητική διάθεση του ακροατή την ώρα της ακρόασης, μπορεί να αντιμετωπισθεί από επαναστατικά υπερβατική μέχρι ανούσια ακατανόητη, με πολλά ενδιάμεσα επίπεδα. Είναι λεπτές οι ισορροπίες ανάμεσα στους αυτοσχεδιαστικούς διαλόγους μεταξύ των μουσικών και στο βαράμε στο γάμο του avant-garde καραγκιόζη. Εξάλλου λίγες παγίδες είναι τόσο ύπουλες όσο η έννοια του εξπεριμενταλαβανγκαρντ. Ο Gustafsson έχει ένα ξεχωριστά προσωπικό στυλ που παραμένει ευδιάκριτο σε όλες τις δουλειές του και η σφραγίδα του κυριαρχεί και στο «Svårmod…», δίσκος που  η ποιότητά του μοιάζει ακόμα πιο εντυπωσιακή, αν λάβουμε υπόψη μας ότι ηχρογραφήθηκε μετά από μόλις 3 συναυλίες που συνυπήρξαν οι πέντε μουσική μαζί. Μένει να δούμε αν το project είναι για μια φορά ή θα χει και συνέχεια. Ελπίζω να μην παραγκωνίσει τους Fire! Orchestra βέβαια.

Thus Owls, The Mountain That We Live Upon, #13

•Δεκέμβριος 8, 2018 • Σχολιάστε

a4210535320_10

Είναι πολύ ωραίο πράγμα τα ντουέτα, έστω και αν δεν είναι ακριβώς ντουέτα. Εχουν μια ιδιαίτερη δυναμική (πάρτε τους Wye Oak π.χ.). Οι Σουηδο-Καναδοί Thus Owls είναι κατά κύριο λόγο ντουέτο (και ζεύγος), αλλά κάποιον έπρεπε να βρουν να παίζει και τα drums. Πιο συχνά από οτιδήποτε άλλο θα δείτε το χαρακτηρισμό indie rock, ο οποίος είναι τραγικά περιοριστικός για να περιγράψει την μουσική τους (και πιθανότατα τη μουσική οποιωνδήποτε άλλων) και μπορεί να πετύχετε και καμιά αναφορά στους Portishead (όχι ιδιαίτερα θα πω εγώ, αν και η ερμηνεία της Angell, όχι όμως η χροιά μπορεί να φέρει λίγο προς Beth). Η αλήθεια είναι ότι είναι σχετικά δύσκολο να περιγράψεις τη μουσική των Thus Owls, όχι γιατί παίζουν κάτι πειραματικά εξεζητημένο, αλλά γιατί οι επιρροές και οι τάσεις τους εναλλάσονται παιρνόντας φευγαλέα κατά τη διάρκεια των τραγουδιών. Εμένα σε φάσεις μου θυμίζουν π.χ. τις πιο ατμοσφαιρικές στιγμές της Kate Bush των παλιών καλών και αγαπησιάρικων σκύλων. Μετά περνάνε κάτι κυματάκια late 60s ψυχεδέλειας, έρχονται κάτι πνοές σαξοφώνου που γλυκοκοιτάζουν την Βόρεια Ευρώπη, εξερευνήσεις pop ευαισθησιών στις μελωδίες και στις δομές, αντηχήσεις από το «Out Of Season» στο πρώτο μισό του «Solar Eclipse», shoegaze-ικές κιθάρες και ορχηστρικά μπολιάσματα.

Σε όλη αυτή την μικροβιοποικιλότητα βοηθάει τρομερά και το ήμασταν δυο, ήμασταν τρεις, γίναμε γύρω στους εννιά νοματαίοι που συμμετέχουν στη δημιουργία του album. Όσο και αν φαίνεται λεπτομέρεια, θεωρώ ότι προσφέρει μεγάλη ελευθερία στον μουσικό να έχει περισσότερα εργαλεία στη διάθεσή του, μετά οποία να μπορεί να δουλέψει πιο λεπτομερώς το έργο του. Έτσι το άνοιγμα της βεντάλιας από το σχεδόν ξεκάθαρα rock του «Devils In The Dark» μέχρι το ηλεκτρονικοκάτι «My Blood» και το μαυροφορεμένα pop «Α Shade of Green» είναι γοητευτικότατα μεγάλο. Όχι ότι είναι κάτι πρωτόγνωρο γι’ αυτή τη λίστα, αλλά αν αγαπάμε την διεξοδική εσωστρέφεια στη μουσική, το «The Mountain That We Live Upon» είναι από τις πολύ ωραίες παρέες.

Dakota Suite/Dag Rosenqvist/Emanuele Errante, What Matters Most, #14

•Δεκέμβριος 7, 2018 • Σχολιάστε

a1048901160_10

Κοίτα να δεις που αργήσαμε να φτάσουμε στο πρώτο νεοκλασσικό-ambient-ο-περίεργο της λίστας τούτης, πράγμα που είναι αρκετά μεγάλη έκπληξη και για μένα τον ίδιο. Επίσης μετά από ένα δυνατό σερί, ξαναβρήκαμε δίσκο που πέρασε τα 40 λεπτά σε διάρκεια (έστω οριακά). Επειδή δεν νομίζω ξαφνικά να αποφάσισαν οι μουσικοί του κόσμου τούτου να βγάζουν συντομότερους δίσκους, είναι σχετικά ασφαλές το συμπέρασμα ότι σε μένα φαίνονται πιο ελκυστικοί οι πιο συμπαγείς. Τέλος πάντων, δεν έχει και τόση σημασία η διάρκεια όσο η ποιότητα (ναι, ξερω πως ακούγεται).

Οι Dakota Suite είναι λίγο ιδιόμορφη μπάντα (ή τουλάχιστον έτσι νομίζω εγώ). Είναι τόσο αθόρυβοι που είναι τρομερά εύκολο να χάσεις κυκλοφορίες τους (και είναι πολλές οι κυκλοφορίες τους) και παρά το γεγονός ότι βγάζουν συστηματικά εξαιρετικούς δίσκους, εγώ βρίσκω δύσκολο το να τους παρακολουθήσω. Επίσης είναι λίγο ιδιόμορφη η μουσική τους καθώς μπλέκουν και ακουστικα τροβαδουρίστικα σημεία και μπόλικη ambient και λίγη jazz και αρκετά μέρη αυτού που ονομάζεται modern classical, με μόνο κοινό παρονομαστή ότι έχουν μια τάση να σου μαυρίζουν την ψυχούλα. Επίσης αγαπούν πολύ τις συνεργασίες από ότι φαίνεται καθώς έχουν βγάλει μέχρι στιγμή μπόλικους συνεργατικούς δίσκους και μάλιστα με ποικιλία συντρόφων (από τον David Darling που θα αναγνωρίσουν οι λάτρεις της ECM, του Γιαπωνέζους Vampilia, τον Quentin Sirjacq κλπ). Με τον ιταλό Emanuele Errante έχουν ξανασυνεργαστεί στο επίσης πολύ ωραίο «The North Green Down», ενώ ο Dag Rosenqvist τους συναντά πρώτη φορά. Πέραν αυτών, στα credits του «What Matters Most» βρίσκουμε πάλι των προαναφερθέντα Sirjacq, τον Machinefabriek και διάφορους άλλους ακόμα. Γενικά όπως καταλαβαίνει εύκολα κανείς, αυτός ο δίσκος περιέχει περισσότερες περγαμηνές και από σπηλιά στη Νεκρά Θάλασσα.

Οι τρεις βασικοί βέβαια έχουν ως κοινό παρονομαστή το ambient κυρίως, άλλος πιο θορυβωδώς (o Rosenqvist ειδικά ως Jasper TX), άλλος πιο μινιμαλιστικά (o Errante) και άλλος πιο τραγουδιστικώς μελωδικά (οι DS).  Στα 41 λεπτά του δίσκου, θα αναμιχθούν και θα περάσουν όλα από μπροστά μας, έστω κινούμενα με μια αργή μελαγχολία. Θα υπάρξουν και τα τραγούδια («Falling Apart in Stages»), οι μισόκλειστες ματιές προς τη jazz («De Ziekte Van Emile»), οι αναμνήσεις μεταδόσεων μαύρων ήλιων («Now I Am Lost»), οι ambient ηρεμίες («Broken Things Are The Glue Of This World») και μάλλον και άλλα που θα ανακαλυφθούν εν καιρώ. Φυσικά όλα αυτά μεταδίδονται με μια έμφυτη τάση αισιοδοξίας για το μέλλον και την κατάσταση του κόσμου για να καταλήξουν σε ένα συμπέρασμα από εκείνα που θα χρησιμεύουν για όλη τη ζωή («Someday this pain will be useful to you»).

Ακούστε το «What Matters Most», ξεθάψτε τα παλιά Dakota Suite αν έχετε, ανακαλύψτε για πρώτη φορά αν δεν έχετε, μελαγχολήστε γλυκά ή και όχι τόσο γλυκά αν θέλετε, το 2018 τελειώνει, το 2019 μάλλον θα ναι χειρότερο, όλα καλά παιδιά.

Jerusalem In My Heart, Daqa’iq Tudaiq, #15

•Δεκέμβριος 6, 2018 • Σχολιάστε

a1578869374_10

Μόντρεαλ. Constellation. Ίσως θα μπορούσε να χει τελειώσει η συζήτηση εδώ, αλλά ας μην βαριόμαστε. To «Daqa’iq Tudaiq» είναι το τρίτο album (αν δεν υπολογίσουμε τη συνεργασία με τους Suuns) για τους Jerusalem in My Heart (έχω αρχίσει να προβληματίζομαι για τη χρήση ενικού ή πληθυντικού με όλα αυτά τα one man projects). Θα ομολογήσω ότι στην πρώτη ακρόαση προβληματίστηκα λίγο γιατί νόμιζα οτι ο Moumneh αποφάσισε να το ρίξει εντελώς τους αμανέδες (δεν βοήθησε και η πληροφορία ότι η πρώτη πλευρά είναι επανερμηνεία ενός παραδοσιακού Αιγυπτιακού κομματιού) και αποφάσισε να αφήσει πίσω του όλα τα πιο σύγχρονα στοιχεία που κάνουν την μουσική του σαγηνευτική.

Η αλήθεια είναι ότι η πρώτη πλευρά του δίσκου (τα 4 μέρη του «Wa Ta’atalat Loughat Al Kalam», βασιζόμενα, όπως διαβάζω στο «Ya Garat Al Wadi») γέρνει σαφώς περισσότερο προς την αραβική παράδοση. Κάτι η παραδοσιακή ορχήστρα, κάτι οι ενορχηστρώσεις του μεγάλου Sam Shalabi, ειδικά τα δυο πρώτα μέρη είναι βουτηγμένα στις folk παραδόσεις. Προς το τρίτο μέρος όμως, κάπου αρχίζει η παράδοση να επιβραδύνει και να εισχωρούν και τα υπόλοιπα γνώριμα στοιχεία των Jerusalem In My Heart. Ηλεκτρονικά, synth, ambient περάσματα, παύσεις, μια γενικότερη διάθεση αποδόμησης της βασικής μελωδίας κυριαρχεί στο τρίτο μέρος για να επιστρέψουμε στα πιο παραδοσιακά στο τέταρτο.

Η δεύτερη πλευρά γυρίζει τούμπα την κατάσταση κατευθείαν αφού το «Ben Ithnein» μπαίνει με σαφώς kraut-ική διάθεση (Can με μπουζούκι;). Και τα τέσσερα κομμάτια της β’ πλευράς θάβουν αρκετά τα ανατολίτικά κάτω από θορύβους, παραμορφώσεις, drones, αρυθμίες και άλλα όμορφα, με μόνο το «Layali Al-Rat» να ξαναφέρνει στο προσκήνιο τα μπουζούκια. Το «Kol El ‘Aalam O’youn» που κλείνει το δίσκο είναι μάλλον το πιο ωραίο σημείο του, αφού εκεί πια ο Moumneh έχει πιάσει την απόλυτη ισορροπία ανάμεσα στις δυο πλευρές του (ή στους δυο κόσμους αν θέλουμε να είμαστε κάπως πιο κλισαρισμένοι).

Η αλήθεια είναι ότι οι Jerusalem In My Heart δεν συγγενεύουν ιδιαίτερα με την υπόλοιπη τρελοπαρέα της Constellation. Αν μπορώ να σκεφτώ κάτι ανάλογο προερχόμενο από εκεί, θα ταν μόνο οι Set Fire To Flames του «Telegraphs in Negative/Mouths Trapped in Static» αν τζάμαραν ένα καλοκαιρινό μεσημέρι σε ένα Αιγυπτιακό καφέ πίνοντας ζεστό τσαγάκι μέντα. Το «Daqa’iq Tudaiq» γίνεται ίσως το πιο φιλόδοξο έργο του Moumneh και αυτό αυξάνει ακόμα περισσότερο τις προσδοκίες για τη συνέχεια.

Esben and The Witch, Nowhere, #16

•Δεκέμβριος 5, 2018 • Σχολιάστε

a1222334802_10

Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι. Το «Nowhere» δεν είναι ο καλύτερος δίσκος των Esben and The Witch, αυτός είναι το «A New Nature». Ας ξεκαθαρίσουμε και κάτι άλλο. Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω: α) πώς υπάρχει ακόμα η Season of Mist και β) πως κατέληξαν οι Esben and The Witch στην Season of Mist. Οι Βρετανοί είναι κάπως περίεργη υπόθεση, ελκυστικά περίεργη όμως. Από τις ελαφρώς post-rock-ίζουσες τάσεις του «Violet Cries» και τις πιο ποστπανκογότθικες αναφορές του (μετριότατου κατ’ εμέ) «Wash the Sins Not Only the Face», μετά την αποχώρηση από την Matador, σταδιακά βάραιναν όλο και περισσότερο τον ήχο τους υποδηλώνοντας μια εκτίμηση προς τους Swans αλλά και τα ψυχεδελοdooms των καιρών μας, πάντα με αιχμή του δόρατος την φωνή της Davies φυσικά. Το «Older Terrors» ηταν συμπαθέστατος δίσκος, αλλά αυτή η στροφή προς τα πιο μεταλς δεν με κέρδισε ποτέ ολοκληρωτικά και ποτέ δεν κόλλησα μαζί του. Στο «Nowhere» δεν κάνουν κάποια ιδιαίτερη στροφή, όμως έχουν καταφέρει να πάρουν σχεδόν όλα τα καλά χαρακτηριστικά του προηγούμενου, να τα ακονίσουν κάπως παραπάνω και να βγάλουν ένα δίσκο, ο οποίος απαιτεί την καθήλωση του ακροατή σαφώς εντονότερα σε σύγκριση με τον προκάτοχό του. H μπάντα χρησιμοποιεί ιδιαιτέρως πετυχημένα το δίπολο μελωδία-παραμόρφωση/ξέσπασμα, αν και όχι όπως ίσως θα περίμενε κάποιος βασιζόμενος στις post καταβολές τους. Ακόμα διαθέτουν μια ελαφρώς late-Swans-ική μονολιθικότητα (ειδικά στο Darkness – I too am here) και συνεχίζουν να χρησιμοποιούν διάφορα επαναλαμβανόμενα μοτίβα για να τονίσουν την ατμόσφαιρα της μουσικής τους. Η Davies παραμένει κλασσική δύναμη, μια από τις πιο χαρισματικές ερμηνεύτριες της γενιάς τούτης και μάλλον η βασική κινητήρια δύναμη της μπάντας. Και αν η εισαγωγή φάνηκε κάπως πιο διστακτική από ότι θα άξιζε ίσως σε δίσκο που τελικά κατέληξε στη λίστα με τα 20 καλύτερα της χρονιάς, αυτό δεν έχει να κάνει τόσο με την αξία του «Nowhere», όσο με ένα υποβόσκων φόβο ότι αυτή η πορεία θα τους παγιδεύσει σε έναν ήχο με μικρά περιθώρια εξέλιξης. Αυτό δεν έχει συμβεί όμως ακόμα, το «Nowhere» παραμένει ένας εξαιρετικος δίσκος, οι Esben & The Witch μια μπάντα που αξίζει να ακουστεί περισσότερο από όσο έχει ήδη και ρε παιδιά φτάσαμε και στο #15.

Marissa Nadler, For My Crimes, #17

•Δεκέμβριος 4, 2018 • Σχολιάστε

a1762448735_10

Καλώς ή κακώς, κάθε νέος δίσκος της Marissa Nadler δεν κρύβει ιδιαίτερες εκπλήξεις για όποιον βρεθεί απέναντί του. Αυτό που όμως δεν την αφήνει να γίνει βαρετή ποτέ είναι το ότι, σχεδόν 15 χρόνια μετά το ντεμπούτο της και στο 8ο album πλέον, η τραγουδοποιία της παραμένει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα. Από τα πολύ δυνατά σημεία της είναι ότι έχει καταφέρει τόσο η φωνή όσο και γενικά ο ήχος της να είναι ολοκληρωτικά ξεχωριστός, που παρά το γεγονός ότι πολλοί folk τροβαδούροι συνεχίζουν ακόμα να βγαίνουν, δεν μπορείς να μπερδέψεις την Nadler με κάποιον άλλον. Και το ελαφρώς (έως βαρέως) γοτθίζον folk της δεν έχει αλλάξει ιδιαίτερα, θεματικά πλέον οι ιστορίες της είναι σαφώς πιο καθημερινές. Από το ιδιαιτέρως γνώριμο για όλους νομίζω συναίσθημα του να μην μπορείς να ακούσεις μουσικές που έχεις συνδέσει με ανθρώπους («I Can’t Listen To Gene Clark Anymore») μέχρι και τις ωδές προς χαλασμένα αμάξια («Say Goodbye to that car»), οι στίχοι της έχουν απομακρυνθεί από τις παραδοσιακές μπαλαντοιστορίες του «Saga of Mayflower May» και των δραμάτων μιας ευρύτερης αγγλοσαξονικής επαρχίας. Βέβαια, δεν έχει χάσει τίποτα από την ποιητικότητα που διακρίνει τον λόγο της, αλλά ίσως αυτή η στροφή οδηγεί και την μουσική της να είναι πιο ξεγυμνωμένη, χωρίς τις πιο πλουσιοπάροχες ενορχηστρώσεις του «Strangers». Απομακρυνόμενη δε από το ελαφρώς κλισέ της μελαγχολικής δεσποσύνης, βρίσκει και την ελευθερία να εκφράσει και άλλα συναισθήματα όπως εκείνο της κριτικής ειρωνίας του «All our catastrophes». Οι ιστορίες του «For my crimes» μπορεί να μην διαρκούν πάρα πολύ, αλλά αυτά τα 34 λεπτά του δίσκου θα σας κάνουν είτε να αγαπήσετε και σεις την Marissa Nadler αν είναι η πρώτη φορά που την γνωρίζετε, είτε θα σας θυμίσουν γιατί την αγαπήσατε από την πρώτη φορά που τη γνωρίσατε.

Rivulets, In Our Circle, #18

•Δεκέμβριος 3, 2018 • Σχολιάστε

a2345084898_10

Τους Rivulets (ή εναλλακτικά τον Nathan Amundson) πρέπει να τους συνάντησα πρώτη φορά αν θυμάμαι καλά κάπου το 2008 λίγο αφότου είχαν βγάλει το υπέροχο «You are my home» κυρίως λόγω της παρέας με την Jessica Bailiff που επίσης με είχε ενθουσιάσει εκείνη την περίοδο. Και επειδή για κάποιο λόγο, ποτέ δεν έχουμε μάθει αρκετή καταθλιπτική μουσική στη ζωή μας τους είχα αγαπήσει. Μετά κάπου χάθηκαν, κάπου τους έχασα και πετύχαινα πολύ αποσπασμαστικά τις κυκλοφορίες τους χωρίς να τους αφιερώνω και πολύ χρόνο, χωρίς όμως να σημαίνει ότι δεν ήταν ωραίες. Δεν ξέρω αν τυχαίνει και σε άλλους, αλλά υπάρχουν μπάντες με τις οποίες για πολύ καιρό δεν μπορείς να συντονιστείς.

Αν υπάρχει ένα όνομα το οποίο ακούγεται συχνά στις περιγραφές τους, αυτό είναι των Red House Painters του Mark Kozelek, προφανώς όχι αδίκως. Καταλαβαίνει κάποιος που κινούμαστε χοντρικά, folk-ίζον indie rock ή rock-ίζον indie folk, από αυτά που κοιτάνε ελαφρώς τα παπούτσια τους. Επιπλέον bonus point, ότι γενικά τους αγαπάει το brainwashed που είναι από τα πιο ωραία μουσικά site εκεί έξω. Προς το κλείσιμο της φετινής χρονιάς, έβγαλαν το «In Our Circle» και αυτή τη φορά συντονιστήκαμε ως έπρεπε. Σε μεγάλο βαθμό, αυτό που μου τράβηξε κατευθείαν την προσοχή είναι ότι ενώ ξεκινά σε συνηθισμένους, ακουστικούς ρυθμούς με το «Εverything Goes» και σε προϊδεάζει για τα κλασσικά, μετά βγαίνουν μπροστά σε πολλά σημεία οι κιθάρες που δίνουν μια καλοδεχούμενη παραμόρφωση στην μελωδία των Rivulets. Νομίζω ότι αν είναι κάτι εύκολο σε Αμερικάνους μουσικους τα τελευταία χρόνια, αυτό είναι να βρουν λόγους να γίνει ακόμα πιο μαύρη η μουσική και οι στίχοι τους. Ο Amundson εδώ το κάνει εξαιρετικά καλά και με αφοπλιστική απλότητα. Από την άλλη όταν έχεις βγάλει δίσκο με τίτλο «We’re Fucked» δεν αφήνεις και πολλές αμφιβολίες για το επίπεδο αισιοδοξίας που σε διακατέχει. Και ακόμα και αυτές οι λίγες αμφιβολίες, νομίζω ότι εξανεμίζονται όταν έχεις τραγούδι με τίτλο «Dark Days» στο οποίο επαναλαμβάνεις τη φράση «another dark day».

Δεν θα κάνω την αναμενόμενη αναφορά στο γνωστό quote γνωστής μουσικόφιλης ταινίας, κυρίως γιατί σε λίγο θα αρχίσουν να μας ζητούν ποσοστά για τις αναφορές. Αν όμως, όπως και γω, έχετε κουραστεί τη δισκογραφία του Mark Kozelek/Sun Kil Moon τα τελευταία, μπόλικα, χρόνια, εδώ θα βρείτε ενα ζεστό (έστω και με ιδιαιτέρως χαμηλό φωτισμό) καταφύγιο στο «In Our Circle». Και τελικά, πού έχει χαθεί η Jessica η Bailiff ρε παιδιά;