Going deeper underground

•Μαρτίου 20, 2017 • Σχολιάστε

Υπάρχουν κάποιες χρονικές στιγμές στην πορεία ορισμένων καλλιτεχνών, τόσο έκδηλα μεταιχμιακές, που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρατήρησης. Κάνοντας πρόσφατα μια ανασκαφή σε παλιούς δίσκους, έπεσα (sic) πάνω στο “The Miners’ Hymn” του Jóhann Jóhannsson, το οποίο είναι ένα ξεκάθαρο σύνορο ανάμεσα σε δυο ιδιαιτέρως διακριτές περιόδους του. Τον Jóhannsson τον έμαθα πρώτα με το “Virðulegu Forsetar”, αλλά τον αγάπησα κυρίως με το, εκπληκτικό,  “IBM 1401, A User’s Manual”, ίσως την καλύτερη στιγμή των πρώτων Touch/4AD ημερών του, των ημερών που τον είχαν χαρακτηρίσει έναν από τους πιο ελπιδοφόρους νέο-μινιμαλιστές συνθέτες και μέρος μιας γενιάς εντυπωσιακών Ισλανδών μουσικών που είχαν αρχίσει να κάνουν όνομα στους ευρύτερους νέο-κλασσικούς/ambient κύκλους.

Κάποια στιγμή, μετά το 2012, τον ανακάλυψε το Hollywood και ο ευρύτερος κινηματογραφικός κόσμος, με αποτέλεσμα να μείνουν πίσω οι προσωπικοί του δίσκοι, για να επικεντρωθεί στην, σαφώς πιο επικερδή, παραγωγή soundtrack. Ας μη με παρεξηγήσει κανένας, δεν το λέω επικριτικά, είμαι σίγουρος ότι αποτελεί σημάδι της αναγνώρισης της αξίας του και δύσκολα κάποιος θα έλεγε όχι σε προτάσεις όπως το “Prisoners”, το “Theory of Everything” ή το “Arrival” και από πλευράς οικονομικής και από πλευράς δυνατοτήτων παραγωγής. Προσωπικά όμως, εντός ελαχίστων εξαιρέσεων, το “ορχηστρικό soundtrack” δεν είναι από τις μεγάλες μου αδυναμίες στη μουσική, οπότε τα τελευταία 5-6 χρόνια μου έχει λείψει ο Jóhannsson των πρώτων album, καθώς με την εξαίρεση του, υπέροχα minimal, “Prisoners”, τα υπόλοιπα δεν με κέρδισαν και πολύ. Φυσικά, θα κατανοήσω ότι μάλλον όλος αυτός ο ντόρος γύρω από το όνομα του Ισλανδού, είναι αυτό που οδήγησε στο να κυκλοφορήσει το τελευταίο του album (“Orphée”) στην Deutsche Grammophon, το οποίο από μόνο του είναι ένα εμφανές δείγμα επιτυχίας στο νέο-κλασσικό χώρο. Όσο και αν μου άρεσε το “Orphée”, θεωρώ ότι είναι εμφανή μέσα του τα χαρακτηριστικά των μεγάλων σαλονιών και δεν μπορεί παρά να μου λείπουν κάπως οι πιο απλές, πρώτες ημέρες.

Ανάμεσα λοιπόν στις μέρες του «ενός από αυτούς τους Ισλανδοπερίεργους» και του περιζήτητου συνθέτη, έρχεται να σταθεί το “The Miners’ Hymns”. Ένα soundtrack, το οποίο για κάποιο λόγο συμπεριλαμβάνεται στα “κανονικά” album του (το οποίο είναι μάλλον και το πιο ξεκάθαρα μεταβατικό χαρακτηριστικό του). Έρχεται να ακολουθήσει το επίσης κάτι-σαν-soundtrack “And In The Endless Pause There Came The Sound Of Bees” και αντικαθιστά τον πιο ορχηστρικό του χαρακτήρα με μια επιστροφή στις πρώτες, ambient μέρες του ως μουσικού. Το “The Miners’ Hymns” έρχεται να συνοδεύσει το ομώνυμο, βουβό, ντοκυμαντέρ του Bill Morrison, για τον ειδυλλιακό βορρά της Αγγλίας την μαγευτική περίοδο των μέσων της δεκαετίας του 80. Για όσους αρέσκονται σε κοινωνικοπολιτικές αναλύσεις με ταξικό χαρακτήρα, είμαι σίγουρος ότι μάλλον δεν υπάρχει πιο πρόσφορο έδαφος από το Ην. Βασίλειο των Θατσερικών 80s, τα οποία μέσα από τη μαυρίλα τους πρόσφεραν έμπνευση σε πολλούς καλλιτέχνες διαφόρων ειδών τέχνης να δημιουργήσουν Μεγάλα Πράγματα (ή αλλιώς ΜΠ). Αναμένω πότε θα αρχίσουμε να κάνουμε post-Brexit παραλληλισμούς, αλλά δεν ξέρω αν θα αντέξω κανένα νέο-punk revival.

Αναμενόμενα ίσως, το “The Miners’ Hymns” χαρακτηρίζεται από την μαυρίλα της πρώτης ύλης που βρίσκεται στο επίκεντρό του. Έχει απολέσει μεγάλο μέρος του ελεγειακού χαρακτήρα των προκατόχων του, για μια εναλλαγή ανάμεσα σε ημι-απειλητικά ασφυκτικές ατμόσφαιρες και αγωνιούσες για μια πολυπόθητη γαλήνη στιγμές. Όσο και αν δεν αποφύγουμε τα κλισέ, ο χαρακτηριστικά ομιχλώδης αγγλικός Βορράς είναι κυρίαρχος εδώ, με την παραίτηση και την επιμονή του, κάπου ανάμεσα στον αιθέρα και στο υπέδαφος, με όλες τις αντιθέσεις που τον κάνουν ξεβαμμένα γοητευτικό αλλά και όχι ένα μέρος που θα επέλεγες για μια άνετη ζωή. Δεδομένου ότι ο δημιουργός είναι Ισλανδός και χρονικά (και όχι μόνο) απομακρυσμένος από τις εμπειρίες των ανθρακορύχων του Durham, καταφέρνει να συνοδεύσει κατάλληλα τις αρχειακές εικόνες του Morrison. Φυσικά, και μόνο η δημιουργία τέχνης εμπνευσμένης από τις (δύσκολες) εμπειρίες μιας ξένης προς εσένα κοινωνικής ομάδας σηκώνει μπόλικη συζήτηση, αλλά αυτό θα πρέπει να γίνει κάποια άλλη στιγμή και ίσως να οδηγήσει στο να χάσουμε την ομορφιά που περιέχεται σε αυτές τις συνθέσεις.

Στο “The Miners’ Hymns” o Jóhannsson σχεδόν φαίνεται να προβλέπει την μουσική εξέλιξή του, κρατώντας όμως τα εφόδια τις μέχρι τότε καριέρας του. Είμαι σίγουρος ότι η εν λόγω κυκλοφορία μάλλον θα έχει τη μοίρα να παραπέφτει πάντοτε, είτε από αυτούς που επικεντρώνονται στα πρώτα album τους, είτε από αυτούς που τον γνώρισαν ως επιτυχημένο συνθέτη μεγαλεπήβολων soundtrack.  Μάλλον αρμόζουσα μοίρα δεδομένου του περιεχομένου του. Καλό θα είναι να φροντίζουμε να το φέρνουμε στο φως πότε πότε, για να θυμόμαστε τη σχέση παρελθόντος-μέλλοντος, αλλά και να απολαμβάνουμε την συνθετική του αξία.

Not all’s about the medium

•Μαρτίου 12, 2017 • Σχολιάστε

Νομίζω ότι όσο υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν άνθρωποι που αφιερώνουν χρόνο, χρήμα και συναισθήματα στην σχέση τους με τη μουσική, θα κάθονται να συζητούν για τα διάφορα μέσα που επιλέγονται να την φιλοξενούν όταν ηχογραφείται. Διαφωνίες και προτιμήσεις θα υπήρχαν όταν τα μαγνητικά μέσα ήρθαν να συμπληρώσουν το βινύλιο, όταν η ψηφιοποίηση που έφεραν τα cd ήρθε να αντικαταστήσει το αναλογικό του παρελθόντος και η διαφωνία της δικιάς μας γενιά μάλλον ήρθε κάπου στα late 90s με early 00s με την εμφάνιση του (διαβολικού κατά πολλούς) mp3. Κάπως έτσι ξεκινήσαμε να συζητάμε για ποιότητα, ζεστασιά, ήρθε στο λεξιλόγιό μας πρώτα το lossy και μετά το lossless (με την έλευση του FLAC) για να κάνουμε μια πλήρη περιστροφή και να καταλήξουμε πάλι (μέσω της ευρύτερης vintage νοσταλγίας που μας χαρακτηρίζει) πίσω σε βινύλια, κασέτες και, περιμένω κάπου στο βάθος την επανεμφάνιση του 8-track. Μεγάλος χαμένος της ιστορίας μάλλον το mini-disc που ποτέ δεν κατάφερε να κερδίσει το cult status που θα του επέτρεπε να γίνει το νέο, αγαπημένο μέσο των indie κύκλων.

Σε αντίθεση με ότι διαφαινόταν στις αρχές της νέας χιλιετίας, όπου όλα έμοιαζαν να γίνονται ψηφιακά, και ο κόσμος πετούσε πικαπ, cd players, κασετόφωνα, diskman και άλλα τέτοια ρομαντικά για dvd και σκληρούς δίσκους, η τάση των ’10s είναι πολύ περισσότερο back to basics. Πλέον pickup βρίσκεις ακόμα και δίπλα σε επιτραπέζια και καφετιέρες, το οποίο δεν θεωρώ εν γένει αρνητικό. Το πρώτο βήμα στην επαφή με κάτι, θα πρέπει να είναι εύκολο και affordable, αν δεν θέλουμε να καταλήξουμε σε καταστάσεις στείρου ελιτισμού, που θα πρέπει να καταφύγεις σε κυνήγι θησαυρού για να βρεις αυτό που θέλεις. Από την άλλη πλευρά, η αγορά του ίδιου του βινυλίου έχει αρχίζει να ξεφεύγει σε κόστος. Και δεν μιλάω μόνο για τυχόν μικρές παραγωγές (όπου να δεχθώ ότι το κόστος παραγωγής είναι δυσανάλογα υψηλό) αλλά ακόμα και σε πιο ευρείς κυκλοφορίες οι τιμές πλέον είναι αρκετά δυσπρόσιτες για πολλούς. Το πιο αστείο από όλα είναι ότι φαίνεται να συμπαρασύρει αυτή η τάση και τις τιμές των cd χωρίς να υπάρχει κάποιος ουσιαστικός λόγος, περαν του  «ας βγάλουμε όσα μπορούμε από τα κορόιδα». Οι κασέτες ακόμα διατηρούνται σε φυσιολογικά επίπεδα, αλλά οι μέρες δόξας τους ξανάρχισαν σχετικά πρόσφατα (θεωρώ κυρίως λόγω της αγάπης που έχουν δείξει η ευρύτερη κοινωνία των hipsters για τα 80s), οπότε τους δίνω λίγο χρόνο μέχρι να αναγνωρίσουν οι σχετιζόμενοι τις δυνατότητές τους.

Η κατάσταση με το βινύλιο ειδικά ήταν αναμενόμενο ότι θα κατέληγε εδώ, όταν η μεγαλύτερη μερίδα αφοσιωμένων μουσικόφιλων εκφραζοταν με περισσό πάθος υπέρ της ανωτερότητας του βινυλίου και μετά βδελυγμίας κατά του cd. Κάπως έτσι κάτι που στα 70s ήταν ένα μαζικά παραγόμενο είδος, τώρα έχει αποκτήσει ένα (αδικαιολόγητο πολλές φορές) συλλεκτικό χαρακτήρα είδους πολυτελείας. Το πιο αστείο τον τελευταίο καιρό είναι ότι έχει αρχίσει και μια σχετικά ξέφρενη κούρσα επανεκδόσεων (αυτό που στα 90s γινόταν με τα cd), όπου εκεί σήμερα κάνουμε μια έκδοση στα 500 (και άρα συλλέκτική), του χρόνου μια άλλη έκδοση στα 500 (και άρα πάλι συλλεκτική) και ούτω καθεξής. Το μόνο θετικό στην όλη κατάσταση είναι ότι έχουμε αρχίσει να ξεφεύγουμε από το καθεστώς των μεγάλων ή μεγαλομεσαίων δισκογραφικών και η νόρμα του παρόντος και του μέλλοντος τείνει να γίνει η μικρή εταιρεία, η οποία κατά κανόνα αφιερώνει περισσότερο μεράκι και έμπνευση σε αυτά που κυκλοφορεί, με αποτέλεσμα να βγαίνουν έργα τέχνης από όλες τις απόψεις. Δικτυακοί τόποι όπως το bandcamp, το bigcartel και άλλα έχουν βοηθήσει πολύ στη διάδοση και στην ευκολία στην πρόσβαση σε όλο αυτό το υλικό, αν και ακούω ότι και εκεί έχει ξεκινήσει συζήτηση περί κέρδους και εκμετάλλευσης. Μέχρι στιγμής πάντως το μοντέλο λειτουργεί, αν και απαιτεί στενή παρακολούθηση καθώς οι περισσότερες μικρές κυκλοφορίες δύσκολα βγαίνουν σε πάνω από 100 αντίτυπα. Πάντως ως έρευνα αγοράς οι τιμές παραμένουν πολύ χαμηλές, ειδικά αν υπολογίσει κάποιος την ποιότητα των περισσότερων. Ίσως η καλύτερη απόδειξη ότι αν έχεις έμπνευση, δε χρειάζεσαι πολλά για να δημιουργήσεις ομορφιά.

Δεν ξέρω αν θέλω να καταλήξω σε κάποιο συγκεκριμένο συμπέρασμα, αλλά νομίζω ότι όσο και αν μας αρέσει η φυσική πλευρά της ηχογραφημένης μουσικής, όσο και αν θεωρούμε ολοκληρωμένο ένα έργο όταν έχει και ένα καλοφτιαγμένο περιτύλιγμα, καλό θα είναι να διατηρούμε μια κρίση στο πότε η εμπορική πλευρά τείνει προς την εκμετάλλευση. Δεν θα το καταφέρουμε πάντα, γιατί ποιος μπορεί να ελέγξει τα πάθη του πάντα, αλλά η πρόθεση χρειάζεται να υπάρχει.

2

•Φεβρουαρίου 14, 2017 • Σχολιάστε

Αρνήθηκα να διαβάσω το δελτίο τύπου για το νέο album του Costinho. Δηλαδή το διάβασα, αλλά εκ των υστέρων, αφού είχε προηγηθεί τόσο η ακρόαση, όσο και μια καταγραφή των σκέψεων μου για εκείνο. Αυτό έχει να κάνει με ένα μικρό κόλλημα, προσωπικής φύσεως αν θέλετε, όταν με ενδιαφέρει να βγάλω ένα ασφαλές συμπέρασμα για μένα και να αποστασιοποιηθώ όσο γίνεται απο την δημοσιογραφική έννοια του album review.

Ο Costinho είναι ο Κωστής Ζουλιάτης. Των Night on Earth. Ο άνθρωπος πίσω απο το συγκλονιστικό documentary «Anaparastasis: Life & Work of Jani Christou (1926-1970)». Ο άνθρωπος πίσω απο δεκάδες άλλες δράσεις, μουσικές ή γύρω απο τη μουσική. Ο θεωρητικός της πολιτικής ταυτότητας και υπόστασης της avant garde, και συγγραφέας του υπερπλήρους άρθρου «Η avant-garde της αντίστασης – Για μια αντίσταση της avant-garde», δημοσιευμένο στο δεύτερο τεύχος των τετραδίων μαρξισμού.

Θα μπορούσα να συνεχίσω για κάποια ώρα με το ερευνητικό έργο του Κωστή Ζουλιάτη, καθώς και με μια περαιτέρω ανάλυση του μουσικού του βιογραφικού, αλλά απο την τρίτη παράγραφο και μετά θα μιλήσω μόνο για το 2 και την αίσθηση που μου άφησε. Το 2 είναι η δεύτερη δισκογραφική του δουλειά ως Costinho, κυκλοφορεί στην Triple Bath, και θα είναι διαθέσιμη για πρώτη φορά την Πέμπτη 18/2 στην live του παρουσίαση στο Baumstrasse. Αν σας κάνει εντύπωση που το πρώτο του album (στην ίδια εταιρία) λεγόταν 3, εδώ ακούτε την πρόβλεψη πως το επόμενο θα λέγεται 1, και ακριβώς όπως και οι δύο προκάτοχοί του, θα διαρκεί επίσης 44 λεπτά και θα κινείται στο δικό του αυτοσχεδιαστικό σύμπαν, για το οποίο θα μιλήσουμε όταν θα έρθει η ώρα. Το 2 χωρίζεται σε δύο μεγάλα κομμάτια, με πρώτο το 16λεπτο Vicinity και δεύτερο το 28λεπτο Mother Sea. Μιλάμε για δύο μουσικές συνθέσεις με αυτοσχεδιαστικό χαρακτήρα, που δεν κάνουν εκπτώσεις ούτε στη συνθετική ούτε και στην αυτοσχεδιακή τους συνιστώσα. Έπεσα μέσα στο ότι ο Ζουλιάτης έχει χρησιμοποιήσει διαφορετικούς μουσικούς ανα «πλευρά», καθώς σε καθεμια ακούγονται διαφορετικά όργανα, με το διακριτικό πιάνο σαν κοινή συνισταμένη προφανώς παιγμένο απο τον ίδιο. Στην πρώτη έχουν έντονο ρόλο τα έγχορδα (βιόλα, κοντραμπάσο) δίδοντας έμφαση στη χρυσό λεπτό σημείο του αυτοσχεδιασμού με τον έντονο λυρισμό, σε μια καταπληκτική σύνθεση που με πήγε στο συναίσθημα του Limnology του Richard Skelton, και αυτό είναι απο τα αγαπημένα μου κοπλιμέντα για μια σύνθεση βασισμένη στα έγχορδα. Και δεν το έχω κάνει πολλές φορές ως τώρα. Στη δεύτερη ακούω ένα σαξόφωνο, στην αρχή εντελώς συγκεκριμένου ρόλου και αυστηρού ρυθμού, να μετατρέπεται σε ένα free πράγμα που χορεύει με κάποιο synthesizer, κάποια τύμπανα και -ίσως- κάποια περαιτέρω ηλεκτρονικά effects με το πιάνο λίγο πιο διακριτικό, πέραν ενός μεταβατικού σημείου στη μέση όπου αποκτά μάλλον κεντρικό ρόλο. Αν θέλετε να είμαι τολμηρός στους παραλληλισμούς μου, το Mother Sea περιέχει jazz ανάλογης ποιότητας με τον δίσκο που έκανε ο Nils Petter Molvaer με τον Moritz von Oswald, και συγκεκριμένα στο Transition κομμάτι, ακόμα και αν θα ακούσετε διαφορετικά όργανα. Η ομοιότητα -και ο συνδετικός κρίκος- του Vicinity με το Mother Sea είναι στην έντονη συναισθηματική ατμόσφαιρα που στο τέλος παίρνει το παιχνίδι. Σε ένα τελευταίο σχόλιο, μεγάλη αξία έχει μια μουσική αν καταφέρνει να δημιουργεί εικόνες. Στο Mother Sea σκεφτόμουν θάλασσα, ήρεμη στα ήρεμα, ταραγμένη στα ταραγμένα, απέραντη σε κάθε περίπτωση.

Το 2 είναι ο πραγματικά σπουδαίος δίσκος που τον ακούω σε unmastered έκδοση και γνωρίζω πως μεθαύριο που θα τον αποκτήσω και σε φυσική μορφή θα είναι ακόμα σπουδαιότερος.

Και ένα υστερόγραφο, γιατί είναι κρίμα να μην αναφερθεί. Τόσο σήμερα στο Boiler, στα πλαίσια των Boiling Films, όσο και το Σάββατο 18/2 στις 11 στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης, θα πραγματοποιηθούν προβολές της Αναπαράστασης. Και στις δύο περιπτώσεις η είσοδος θα είναι ελεύθερη, ενώ στο Boiler η είσοδος θα είναι με ελεύθερη συνεισφορά, που θα στηρίξει την ομάδα SAM SAM (με όμορφες δράσεις μουσικής και τέχνης με τα προσφυγόπουλα στον καταυλισμό της Σούδας στη Χίο). Το Σάββατο επιπροσθέτως θα δοθεί και ομιλία απο τον δημιουργό με θέμα τη λαϊκή ταυτότητα και το ρόλο της παράδοσης στο έργο του Γιάννη Χρήστου.

Persian Surgery Dervishes

•Φεβρουαρίου 3, 2017 • Σχολιάστε

Ακούω μουσική περίπου όλη τη μέρα, κάνοντας ή μη ταυτόχρονα άλλα πράγματα, αλλά κυρίως κάνοντας. Αλλά τη νύχτα είναι κάπως καλύτερα. Ειδικά άμα ήθελα να βγω αλλά τελικά δε βγήκα και με πιάνει αυτό το εφηβικό που θέλω να περάσει όλο το βράδυ με ενεργή ακρόαση, μην κάνοντας κάτι άλλο. Και όχι στο youtube.

Οι πρώτες δύο επανακυκλοφορίες που αγόρασα μέσα στο 2017 ήταν τα Songs For The Ten Voices Of The Two Prophets και Descending Moonshine Dervishes του Terry Riley. Το δεύτερο είναι ένα κοντσέρτο του 1975, τη χρονιά όπου δηλαδή ηχογράφησε και το μαγικό Live Köln 1975 με τον Don Cherry και τον Karl Berger, ένα Descending Moonshine Dervishes όπου τελοσπάντων ο Riley κάνει μια αναπαράσταση του τιτάνιου Persian Surgery Dervishes των 1971/72 στο yamaha του, δοκιμάζοντας την υπομονή μου για την «τρία χρόνια περιμένουμε» επανακυκλοφορία της Aguirre. Αυτή η μουσική έχει έναν και μοναδικό τρόπο ακρόασης. Και δεν είναι το youtube.

Ωστόσο είναι, μέχρι να μην είναι.

Δε μιλάμε απλά για μεγάλα πράγματα εδώ, μιλάμε για ορισμένα απο τα μεγαλύτερα.

Growing pains

•Ιανουαρίου 30, 2017 • Σχολιάστε

Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε νομίζω για την πιο εντυπωσιακή ανακάλυψη του 2016. Τελικά κατέληξε στο ν. 2 της λίστας, γιατί, εντάξει, Gorecki είναι αυτός, δεν τον κάνεις εύκολα στην άκρη και γιατί ο Stetson έφερε τέλεια σε πέρας ένα ιδιαίτερα μεγαλεπήβολο εγχείρημα στο “Sorrow”. Οι πρώτες ακροάσεις του “Α Sense of Growth” της Jessica Sligter συγκρίνονται άνετα με τις πρώτες ακροάσεις του “By the throat” του Ben Frost σε ορμή κρούσης του σαγονιού στο πάτωμα. Προφανώς και δεν είχα ιδέα για την ύπαρξή της, παρά το γεγονός ότι η δισκογραφική που την φιλοξενεί, η Hubro, είναι από τις πλέον συμπαθείς σε εμένα. Την Sligter μου την έμαθε η Jenny η Hval, την οποία αγαπώ επίσης παράφορα και η οποία συμμετέχει στο εν λόγω album. Επίσης έχει συνεργαστεί με την Susanna (τι πάει να πει ποια Susanna) σε live εμφάνιση, ενώ στο δίσκο συμμετέχει και ο Eyvind Kang. Από περγαμηνές και συστάσεις δεν τα πάει καθόλου άσχημα αλλά από την πρώτη ακρόαση του “A Sense of Growth” καταλαβαίνεις ότι δεν τις χρειάζεται κιόλας.

 

Πάντα με έλκυαν οι μουσικοί που δεν κατατάσσονται ή δεν περιγράφονται εύκολα, αρκεί να μην γίνονται επιτηδευμένα ασαφείς με σκοπό τον εύκολο avant-garde-ο-εντυπωσιασμό (ή αλλιώς είμαστε “πειραματικοί” για να είμαστε “πειραματικοί”). Η Sligter δεν αφήνει πίσω της τις κλασσικές φόρμες του τραγουδιού, αλλά τα υλικά που απαρτίζουν τις συνταγές της δεν είναι προβλέψιμα, ούτε επαναλαμβανόμενα. Και αν η φύση την προίκισε με μια εκπληκτικά κρυστάλλινη φωνή, από εκείνες που δεν χρειάζεται να φωνάξουν για να βγάλουν όλη την ένταση του κοσμου, είναι ολοφάνερο ότι έχει δουλέψει πάρα πολύ στο συνθετικό κομμάτι. Οι αναφορές που θα ακούσετε εκεί έξω περιλαμβάνουν τον ύστερο Scott Walker (αν και η Sligter είναι σαφώς πιο δομημένη), την αχαλίνωτη τραγουδοποιία της Hval, την avant-folk/pop της Josephine Foster, ακόμα και την ιδιόμορφη μινιμαλιστική jazz των συγκατοίκων της στη Hubro, όπως οι Splashgirl ή οι Building Instrument. To γοητευτικό είναι όμως ότι αν και μπορείς να ακούσεις κάποια στοιχεία, το συνολικό αποτέλεσμα δεν σου θυμίζει κάτι συγκεκριμένο, αλλά δημιουργεί ένα χαρακτηριστικό ηχόχρωμα, όλο δικό της. Κάτι ανάλογο (χωρίς να θέλω να γίνω κουραστικός) με αυτό που έχει καταφέρει η Hval στους δίσκους της. Η Sligter μπορεί να γίνεται με άνεση ταυτόχρονα αφαιρετική και σαγηνευτική, ήρεμη και γεμάτη ένταση, δραματική αλλά και σιωπηλή.

 

Μεγάλο ατού και η διάρκεια του δίσκου, καθώς στα 35 λεπτα του δίσκου, ακούμε πολλά στυλ αλλά καταφέρνουν να μην καταλήξουν σε ένα χαοτικό και χωρίς νόημα μίγμα. Αντίθετα δίνυν μια ελκυστικότατη ποικιλομορφία που θα οδηγήσει τον ακροατεί να επιστρέφει και να ξαναεπιστρέφει προσπαθώντας να ανακαλύψει κάθε κρυμμένη γωνία του δίσκου. Το “A Sense of Growth” θα σε οδηγήσει δε στο “Fear and the Framing” (το προηγούμενο album της), όσο και στο ντεμπόυτο της, που κυκλοφόρησε υπό το όνομα Jae. Όλα αυτά είναι μια ακόμα απόδειξη γιατί η Νορβηγία είναι όντως ευλογημένος μουσικά τόπος, με τα διάφορα δημιουργικά παρεάκια να φτιάχνουν τις γωνιές τους στο καλλιτεχνικό τοπίο της χώρας. Επίσης κάνει ακόμα πιο εμφανές ότι η Hubro είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες εταιρείες εκεί έξω, με ξεχωριστούς σε ύφος αλλά συγγενείς σε ατμόσφαιρες μουσικούς. Σε αναμονή, λοιπόν, του επόμενου βήματος (μόνη ή με παρέα), απολαμβάνουμε ξανά και ξανά την ολοκληρωτική ομορφιά του album. Από τα (λίγα) πραγματικά ωραία συμβάντα του 2016 που δίνουν ελπίδες ότι δε θα σταματήσουμε ποτέ να ανακαλύπτουμε άγνωστα πράγματα που θα μας συγκινούν, θα μας γοητεύουν και θα μας κάνουν να ανακαλύπτουμε λίγη περισσότερη μαγεία στον κόσμο γύρω μας.

Mind the gap

•Ιανουαρίου 24, 2017 • Σχολιάστε

Υποθέτω ότι όλες οι γενιές έχουν λόγους να νιώθουν ξεχωριστές, να πιστεύουν ότι μεγάλωσαν σε μια μεταβατική περίοδο, μια που η ιστορία του κοσμάκη τούτου είναι γεμάτη μεταβατικές περιόδους. Γι’ αυτούς που, όπως εγώ, βρίσκονται στα μέσα της τέταρτης δεκαετίας της ζωής τους (τους ανήκοντες στη γενιά των millennials), μια από τις σημαντικότερες μεταβάσεις που έζησαν ήταν τεχνολογική. Πρέπει να είμαστε η τελευταία γενιά που μεγάλωσε χωρίς internet, που θυμάται πως ήταν η κατάσταση πριν, που οι κασέτες δεν ήταν κάποιο hipster μέσο, αλλά ο πρώτος τρόπος για να ανταλλάξουν μουσική. Τούτη είναι η εποχή που αρχίζουμε να χάνουμε ελαφρώς το επίπεδο συνεννόησης με τους επόμενους, λόγω τρομακτικών διαφορών στις μεθόδους επικοινωνίας. Δεν θα καταλήξω σε συμπέρασμα για το τι είναι καλύτερο, δεν θα ρομαντικοποιήσω την έλλειψη τεχνολογίας, μ’ αρέσει το internet γενικά, αλλά όλες αυτές οι διαφορές παρουσιάζουν παρατηρησιακό ενδιαφέρον.

Οι μουσικές αναφορές παραμένουν ένας από τους πιο ενδιαφέροντες κώδικες επικοινωνίας που έχουν αρκετές χωροχρονικές επιρροές ώστε να δίνουν σημεία αναφοράς μέσω των οποίων μπορείς να αναγνωρίσεις χαρακτηριστικά των ανθρώπων γύρω σου. Προς τι όλες αυτές οι σκέψεις; Έτυχε να βρεθώ το τριήμερο των Φώτων, εκτός έδρας, σε ένα bar, όπου έπαιζε live μια πάντα κατά κύριο λόγο twentysomethings, αλλά το setlist των οποίων ήταν έαν trip νοσταλγίας προς τα 90s. Δεν ξέρω αν τα ανακάλυψαν μόνοι τους ή αν ήταν επιρροές μεγαλύτερων αδερφιών/φίλων (κάπως έτσι δεν ανοίγουν σε όλους οι διάφοροι μουσικοί δρόμοι;), αλλά απευθυνόμενοι σε ένα κοινό κατά βάση 30αρηδων, νομίζω ότι έδωσαν μπολικη ευχαρίστηση κρίνοντας από τις ξέφρενες αντιδράσεις. Είναι πολύ ενθαρρυντικό ότι οι άνθρωποι μπορούν πολύ συχνά να σε εκπλήξουν μέσω της μουσικής, διασκεδάζοντας με πράγματα που σήμαιναν κάποτε πολλά για σένα, που χαρακτήρισαν την εφηβεία σου, που αφιέρωσες ίσως περισσότερο χρόνο από ότι θα περίμενε κανείς. Σε κάτι τέτοιες καταστάσεις πιστεύω ότι θα θετικά συναισθήματα του ένα, ανατροφοδοτούν τον άλλο, κυρίως όταν βρίσκεις ομοιότητες και επαφές εκεί που δεν το περίμενες (εδώ που τα λέμε βέβαια βοηθούν και μερικά ποτά παραπάνω). Για κάθε στιγμή που μια pop αναφορά μεταξύ γενεών πέφτει στο κενό, υπάρχουν και τέτοιες στιγμές που ανακαλύπτεις ότι δεν είναι και τόσο διαφορετικά τα πράγματα, όσο νόμιζες τουλάχιστον (και ότι τελικά ποτέ δε θα σταματήσεις να πέφτεις μπροστά στο «Fear Of The Dark»).

Τελευταίως, επιστρέφουμε ξανά και ξανά στο θέμα της νοσταλγίας, ίσως γιατί το παρόν έχει τα μαύρα του χάλια. Χρήσιμο και ευχάριστο από τη μια, επικίνδυνο από την άλλη. Το παρελθόν μπορεί να αποκαλύπτει την ανάπτυξη του χαρακτήρα μας, αλλά είναι μια ωραιότατη παγίδα για να μην προχωράμε μπροστά. Κοιτώντας προς το (μουσικό) μέλλον λοιπόν, έφτασαν μέσα Ιανουαρία για να αρχίσει η σχετικά κανονική ροή νέων κυκλοφοριών. Πρώτος μεγάλος σε προσμονή δίσκος για το 2017 (αν και όχι από εμένα τόσο), το καινούριο XX. Πρώτες εντυπώσεις meeeeh. Δεύτερες θα δείξει. Είμαι σίγουρος οτι θα αναλυθεί διεξοδικά παντού. Πρώτη μεγάλη κυκλοφορία για τον γράφοντα, το «A Shadow In Time» του William Basinski. Μεγάλες προσδοκίες, αλλά ακόμα δεν έχω καταφέρει να τον ακούσω. Θα επανέλθω συντόμως ελπίζω. Γενικά δεν έχουμε ψαχτεί με το τι ακριβώς περιμένουμε το 2017, ίσως θα είναι καλύτερα να ευχαριστηθούμε την έκπληξη. Μέχρι την επόμενη φορά, μοιραστείτε τις pop ευαισθησίες σας και παίζει να περάσετε συλλογικά καλύτερα. Εναλλακτικά, οι υπόλοιποι του Sonic Death Monkey συνιστούν τουρνουά Subuteo.

Ξαναβγάζουν το Merzbox λίγο λίγο

•Ιανουαρίου 20, 2017 • Σχολιάστε

(και σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν)

Ακόμα και αν ο Merzbow δεν ήταν και ο,τι σημαντικότερο συνέβη στη noise μουσική, κανείς δε θα μπορούσε να αμφιβάλλει πως πρόκειται για το trademark της, ένα ισχυρό συνώνυμό της για να είμαι ακριβής. Στα λεγόμενα εμπορικά πλαίσια τουλάχιστον, είτε σε μια κοινή καθημερινή μουσική γλώσσα, η λέξη Merzbow σημαίνει «noise μουσική». Είτε είσαι χωμένος «απο τα τέλη των 70’s» στον πειραματικό ήχο, είτε αρκείσαι στο να ποστάρεις το Requiem στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μια φορά το χρόνο και να βάζεις τέρμα το Pulse Demon για να εκνευρίσεις τους γείτονες, είτε, κακά τα ψέματα, τα διάβασες όλα αυτά στο ίντερνετ γιατί στα αθηναϊκά δισκάδικα έβρισκες μόνο τα remixes του Frog στην ευαίσθητη ηλικία όπου οι θόρυβοι σου χτύπησαν πρώτη φορά την πόρτα, για ένα πράγμα δε μπορείς να φέρεις αντίρρηση: Πως η συνεισφορά του Masami Akita -που υιοθέτησε το ψευδώνυμο Merzbow απο το installation «The Cathedral Of Erotic Misery» του Γερμανού καλλιτέχνη Kurt Schwitters- στον πειραματικό ήχο είναι τεράστιου βεληνεκούς και αξίας. Ακόμα και αν τον χωρίσεις σε περιόδους, όπου η Α είναι η Υπερθεϊκή Ανώτερη Τέχνη και η Β κάποια βαρετή και ανούσια, στο γνωστό κρεσέντο που μας πιάνει όταν ασχολούμαστε πολύ με κάτι και χρειάζεται να το κάνουμε κτήμα μας για να δείξουμε πόσο πολύ ασχολούμαστε με κάτι, ο Merzbow έχει μια ξεχωριστή δυναμική σε σχέση με τους άλλους βάνδαλους του είδους.

Το έργο του είναι τόσο μεγάλο σε ποσοτικά πλαίσια, όπου πολλές φορές έχω απαντήσει «ε δεν είναι και σαν τον Merzbow», όταν κάποιος φίλος παραπονιέται πως κάποιος άλλος καλλιτέχνης έχει βγάλει μόνο 20 cd σε ένα οχτάμηνο. Το να έχεις ασχοληθεί στα σοβαρά με έναν καλλιτέχνη σαν τον Merzbow έχει κάποιους παραπάνω πόντους δυσκολίας απο ο,τι συνήθως, καθώς αυτό απαιτεί μια εξαιρετική αφοσίωση, και μια τέτοια αφοσίωση απαιτεί μια ενεργή συμμετοχή, και αυτό είναι ένα βασικό μου επιχείρημα υπέρ των καλλιτεχνών όπου βγάζουν προς τα έξω Όλο το υλικό που ηχογραφούν: πρέπει να κάνει κάποια παραπάνω πράγματα και ο ακροατής. Πράγμα που μας φέρνει σε νέες συζητήσεις για το ρόλο της σύγχρονης τέχνης και την πιο ρευστή αλληλεπίδραση δημιουργού, έργου και κοινού, αλλά έτσι θα φύγουμε απο τον βασικό σκοπό της δημοσίευσης, πράγμα που δε θα ήθελα, αλλά δε θα με ενοχλούσε κιόλας, αλλά τελοσπάντων δε θα γίνει.

Ο Masami Akita σε εποχές προ ίντερνετ, και συγκεκριμένα το 2000, χάρισε στους κάπως πιο εύπορους οπαδούς του το MERZBOX, μια συλλογή πενήντα κυκλοφοριών του, όπου πάνω κάτω μάζευε σε αρκετό βαθμό την 80’s περίοδο και σε βοηθούσε ας πούμε να ξεκινήσεις απο κάπου, σε περίπτωση που δεν το είχες κάνει ήδη. Το Merzbox εξαντλήθηκε, το internet ήρθε, και σίγουρα κάποιο ρώσικο torrent tracker θα χαρίζει 2ΤΒ αρχείων υπο τον γενικό τίτλο «merzbow full discography v0», αλλά αυτό δεν είναι αρκετό. Ο ίδιος ο καλλιτέχνης δείχνει να μη ζορίζεται ιδιαίτερα να φύγει απο την ψηφιακή του περίοδο, θέτοντας ως πρωτεύοντα καλλιτεχνικό σκοπό την διακύρηξη των animal rights και την καθιέρωση του vegan τρόπου ζωής, πράγμα που κάνει σε ακραίο βαθμό εδώ και δεκαπέντε συναπτά έτη. Οπότε το βάρος των επανακυκλοφοριών του Καλού Merzbow (κατά τη γνώμη μου και τα λοιπά) πέφτει στα labels, και συγκεκριμένα σε τρία ευρωπαϊκά, και ακόμα πιο συγκεκριμένα σε δύο ιταλικά και ένα γερμανικό.

Η ουσιαστική και κάπως πιο στοχευμένη αρχή έγινε το 2012, όταν η γνωστή και πρωτοντεμάδικη Vinyl On Demand, μια εταιρία που κυκλοφορεί αυστηρά reissue boxes απο γνωστά και μη αμελητέα ονόματα του παλιού καλού industrial (όσο και του παλιού κακού synth/ebm), κυκλοφόρησε δέκα βινύλια με τίτλο Lowest Music & Arts 1980 – 1983, όπου, όπως ίσως έγινε ήδη κατανοητό απο τον τίτλο, φέρνει στο φως τις πρώτες πρώτες κασσέτες στο label του ίδιου του Masami Akita, ZSF products (πριν λεγόταν Lowest Music & Arts), σε μια εποχή όπου οι δουλειές του ήταν εντελώς επηρεασμένες απο ντανταϊσμό και υπερρεαλισμό, πράγμα εντελώς φανερό στον ίδιο τον ήχο του. Εδώ ακούμε τις πρώτες απόπειρες για tape manipulation, ακουστικές κιθαρες, sound collages και ένα εντελώς άναρχο μπλέξιμο που εκπληρώνει τις avant garde προσδοκίες του δημιουργού, όσο και της πειραματικής κοινότητας, όποια και αν ηταν αυτή το 1980-83. Ένα μεγάλο highlight είναι ολόκληρες οι ηχογραφήσεις του ψυχροπολεμικού Mechanization Takes Command, όπου ηχεί σαν κάτι που οι δημοσιογράφοι θα ανακαλύψουν 30 χρόνια μετά, θα το ονομάσουν proto-techno και θα το «φορτώσουν» στους eurodisco πατέρες της σύγχρονης techno, είτε ακόμα και σε ιταλικά giallo soundtracks, γιατί πλέον δεν υπάρχει όριο στο τι μπορεί να θεωρηθεί τι και απο ποιον. Και αυτο δεν το λέω κακό, απλά εγώ προσωπικά κρατάω πως ο Merzbow το έχει κάνει και αυτό, και μάλιστα 30 χρόνια πριν το δελτίο τύπου για το -κατα τα άλλα συμπαθές- Grand Owl Habitat γράψει «It ain’t for everyone, that’s for sure, but the most fearless DJs and those with a high tolerance for Alberich, Maurizio Bianchi, the most extreme L.I.E.S., Whitehouse or Prurient are urged to get a fix.». Για να μη μακρηγορώ, το εν λόγω box set της Vinyl On Demand αποτελεί για μένα την ιδανική εισαγωγή στον κόσμο του Merzbow, και μιας και πλέον μας άφησε σαν label καθώς -λέει- εκπλήρωσε τον σκοπό του, την σκυτάλη έλαβαν άλλοι ως όφειλαν.

Και μάλιστα πρόκειται για δύο ιταλικά labels, που κινούνται σε παρόμοια πλαίσια, και δη στο power electronics/industrial/noise, όπου με αμελητέα χρονική διαφορά συνέχισαν εκεί που σταμάτησε η Vinyl On Demand. Η Urashima, ως επίσης πρωτοντεμάδικη, αφοσιώθηκε στην ίδια χρονική περίοδο με την VOD, βγάζοντας ετικέτες που πιθανώς να χωρούσαν σε ενα Lowest Music & Arts vol2, και διατηρώντας σε ακόμα υψηλότερα επίπεδα την κασσετική και αναλογική αισθητική της εποχής στα βινύλια (ναι) των Kibbutz (1983), Collection 009 (1981), Lowest Music.2 (1982) και τελευταία στο μνημειώδες Remblandt Assemblage (1981) όπου αποτελεί έναν κολοφώνα της πρώτης καλλιτεχνικής εποχής του μερουτσουμπάου. Δεν ξέρω αν θα το περιγράψω καλά, αλλά η εμμονή του με τον φουτουρισμό εδώ φτάνει σε κάποιο άνω όριο, ακολουθώντας ευλαβικά την αισθητική και όχι απλά μνημονεύοντας τον Luigi Russolo, τα κολάζ δίνουν και παίρνουν, οι ήχοι είναι εντελώς πρωτόλειοι και κατασκευασμένοι σε φτωχό home studio και εδώ μου δίνεται η εντύπωση πως ο άνθρωπος ήρθε για να κάνει τον κακό χαμό, να φέρει τα πάνω κάτω. Η menstrual recordings πάλι, έκανε κάτι ακόμα πιο έξυπνο. Βλέποντας πως οι πρώτες κασσέτες είναι είτε άφαντες, είτε έχουν ήδη επανακυκλοφορήσει, είτε και τα δύο, αποφάσισε να μπει στο παιχνίδι με καλύτερο τρόπο, πηγαίνοντας λίγα χρόνια μετά και πιάνοντας τα albums πια του Merzbow, και τις κατα τη γνώμη μου ισχυρότερες δουλειές του ως σήμερα. Δηλαδή το Material Action 2 N·A·M του 1983, το Antimonument του 1986, το Ecobondage του 1987 και κυρίως το Storage του 1988. Και μιλάμε για αυτούσιες επανακυκλοφορίες, χωρίς «τολμηρές» προσθήκες στο artwork ή περιττά πειράγματα στον ήχο. Οι συγκεκριμένες ηχογραφήσεις βρίσκουν τον Merzbow να αλλάζει άρδην τον ήχο του, να χρησιμοποιεί ασύδοτα λούπες και cut ups και να αφοσιώνεται στην ηχητική απογύμνωση των τότε επιρροών του, δηλαδή την ηλεκτροακουστική μουσική των Conlon Nancarrow, Luc Ferrari και François Bayle μεταξύ άλλων, τακτική που γιγαντώθηκε στον πραγματικά καλύτερο δίσκο που έκανε ποτέ του, το Batztoutai with Memorial Gadgets. Το επόμενο δηλαδή στη σειρα που περιμένω πως και πως να επανακυκλοφορήσει. Είχε βγει στην RRRecords το 1986.

Συνοψίζοντας αυτό το κάτι σαν ελλιπές άρθρο, που σίγουρα δεν πρόκειται για αφιέρωμα στον Merzbow αλλά μονάχα σε ένα κομμάτι του παλιού έργου του, και αυτό στη σημερινή του μορφή, θεωρώ πάρα πολύ χρήσιμο να υπάρχει κάπου, όχι τόσο «μαζεμένη» αλλά εστιασμένη η πληροφορία. Ποτέ δεν άκουσα περισσότερο Merzbow στη ζωή μου απο όσο άκουσα απευθείας απο τις ηχογραφήσεις που ανέφερα παραπάνω. Ποτέ δεν έδωσα τόση σημασία στα flac του Merzbox που υπήρχαν σταθερά σε κάθε σκληρό μου δίσκο απο τότε που έχω σκληρούς δίσκους. Ποτέ δεν γούσταρα τον Merzbow περισσότερο επίσης. Και θα ήθελα να συνεχίσει να συμβαίνει αυτό.